DiscoverΔιορθωτικά μαθήματα Ιστορίας με τον Γιώργο Θ. Μαυρογορδάτο
Διορθωτικά μαθήματα Ιστορίας με τον Γιώργο Θ. Μαυρογορδάτο

Διορθωτικά μαθήματα Ιστορίας με τον Γιώργο Θ. Μαυρογορδάτο

Author: pod.gr

Subscribed: 508Played: 3,259
Share

Description

Όπως και στο νέο του βιβλίο, ο καθηγητής Γιώργος Μαυρογορδάτος θέλει να διορθώσει λανθασμένα ιστορικά στερεότυπα, αρχίζοντας από την αυταπάτη ότι ειδικά και μόνο οι Έλληνες έχουν ανέκαθεν το μικρόβιο της διχόνοιας.
27 Episodes
Reverse
Η καλύτερη (αν όχι η μόνη) ευκαιρία για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα παρουσιάστηκε τον Οκτώβριο του 1915, όταν η Μεγάλη Βρετανία πρόσφερε αμέσως την Κύπρο, ανεξάρτητα από την έκβαση του Παγκοσμίου Πολέμου, αν η Ελλάδα βοηθούσε με τον στρατό της τη σύμμαχο Σερβία. Όμως η προσφορά της Κύπρου απορρίφθηκε από τον βασιλέα Κωνσταντίνο και την πειθήνια κυβέρνηση που είχε διορίσει. Οι μεταγενέστερες σχετικές προσπάθειες του Βενιζέλου έμειναν άκαρπες.
Η εθνική ολοκλήρωση δεν περιέλαβε τελικά τη Βόρεια Ήπειρο, μολονότι την κατέλαβε τρεις φορές ο ελληνικός στρατός. Τη διεκδίκησή της έβλαψε πρώτα ο Εθνικός Διχασμός το 1915-16 και ύστερα η εμφύλια σύγκρουση του 1944, επειδή οι αντίπαλοι του ΚΚΕ βρέθηκαν εντελώς εξαρτημένοι από τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς και υποχρεώθηκαν να αποσύρουν το ζήτημα από τη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης το 1946. Μόνο για αντικομμουνιστική προπαγάνδα χρησίμεψε για είκοσι ακόμη χρόνια.
Η εμφύλια σύγκρουση που επέλεξε το ΚΚΕ το 1944 ουσιαστικά ματαίωσε τη διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου και της Κύπρου, επειδή οι αντίπαλοί του βρέθηκαν εντελώς εξαρτημένοι από τους Βρετανούς και ύστερα τους Αμερικανούς. Κατασκευάστηκε όμως ο μύθος ότι τα Δεκεμβριανά ήσαν τάχα αντίσταση αυθόρμητη κατά των Άγγλων, που τα είχαν προσχεδιάσει. Ωστόσο, μόνο το ΚΚΕ είχε από πριν σχέδιο. Στόχος του δεν ήταν οι Άγγλοι αλλά οι Έλληνες ανταγωνιστές του.
Ο Εμφύλιος Πόλεμος 1946-49 είχε σχέση με την εθνική ολοκλήρωση επειδή αφορούσε την ελληνική Μακεδονία και τη διατήρησή της από το ελληνικό κράτος. Γι’ αυτό πολέμησε η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών. Το ΚΚΕ βρέθηκε απόλυτα εξαρτημένο από τα «αδελφά» κόμματα, τους Γιουγκοσλάβους και ειδικά τους Σλαβομακεδόνες, που αποτελούσαν στο τέλος την πλειονότητα του λεγόμενου ΔΣΕ. Σ’ αυτούς υποσχέθηκε τελικά «πλήρη εθνική αποκατάσταση», που ισοδυναμούσε με απόσπαση μέρους της ελληνικής επικράτειας.
Αποδείχθηκαν μοιραία λάθη οι εξαιρέσεις από την ελληνοτουρκική υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, δηλαδή η παραμονή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Ελλήνων στην Πόλη (και στην Ίμβρο και Τένεδο), με αντιστάθμισμα την παραμονή των Τούρκων και άλλων μουσουλμάνων στην ελληνική Δυτική Θράκη. Η επιφανειακή ισορροπία έχει προ πολλού ανατραπεί αμετάκλητα. Επιπλέον διαιωνίζεται ένα oθωμανικό οξύμωρο: να ελέγχεται από ένα μουσουλμανικό κράτος η ηγεσία μίας χριστιανικής εκκλησίας με θεωρητικά οικουμενική εμβέλεια.
H υλοποίηση του ναζιστικού Ολοκαυτώματος στην κατεχόμενη Ελλάδα επηρεάστηκε από τον βαθμό αφομοίωσης των Εβραίων της ως Ελλήνων. Στην Παλαιά Ελλάδα, όπου ο κανόνας ήταν η αφομοίωση, οι Εβραίοι είχαν διπλάσιες πιθανότητες διαφυγής από ό,τι στις Νέες Χώρες. Χωρίς την περίπτωση της Κέρκυρας, είχαν σχεδόν τριπλάσιες πιθανότητες. Νωρίτερα, το 1940 ο συνταγματάρχης Μαρδοχαίος Φριζής είχε αποδείξει ότι μπορεί κανείς να ανήκει ολόψυχα στο Ελληνικό Έθνος χωρίς να είναι Χριστιανός Ορθόδοξος.
Μόνο μέσα από έναν νέο πόλεμο, μία νέα εμφύλια σύγκρουση και τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση ξεπεράστηκε ο Εθνικός Διχασμός του 1915 ως κρίση εθνικής ολοκλήρωσης. Οι πρόσφυγες επιτέλους αφομοιώθηκαν, αφού διασπάστηκαν πολιτικά ακριβώς όπως οι γηγενείς και κατανεμήθηκαν στις ίδιες μ’ αυτούς παρατάξεις. Οι μεταπολεμικές οικονομικές και πολιτικές ανακατατάξεις εξάλειψαν το παλιό χάσμα ανάμεσα στην Παλαιά Ελλάδα και τις Νέες Χώρες. Τέλος, οι αλλοεθνείς μειονότητες χάθηκαν σχεδόν όλες (εκτός από μία).
Μετά το 1922, ο Εθνικός Διχασμός συνεχίζεται ως κρίση εθνικής ολοκλήρωσης μέσα πλέον στα όρια του κράτους. Συμπυκνώνεται σε τρεις αντιθέσεις που αποτελούν προέκταση εκείνων της προηγούμενης δεκαετίας: μεταξύ γηγενών και προσφύγων, μεταξύ αλλοεθνών και Ελλήνων (ιδίως προσφύγων), μεταξύ Παλαιάς Ελλάδας και Νέων Χωρών. Ο Βενιζελισμός παραμένει ο πιο συνεπής φορέας της εθνικής ολοκλήρωσης, ενώ ο Αντιβενιζελισμός συσπειρώνει τις κάθε λογής αντιστάσεις και αντιδράσεις, προσκολλημένος στο παρελθόν της Παλαιάς Ελλάδας.
Ο απότομος διπλασιασμός του ελληνικού κράτους συνδυάστηκε με την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, προκαλώντας τον Εθνικό Διχασμό ως κρίση εθνικής ολοκλήρωσης. Ο Βενιζελισμός αποδείχθηκε αλυτρωτισμός για όλο το Έθνος, επιδιώκοντας την «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Ο Αντιβενιζελισμός αποδείχθηκε πατριωτισμός εσωστρεφής, εξιδανικεύοντας ως «μικράν αλλ’ έντιμον» την (προ του 1912) Παλαιά Ελλάδα. Συνέχισε όμως τη Μικρασιατική Εκστρατεία μέχρι την Καταστροφή, για να αποσοβήσει επιστροφή του Βενιζέλου.
Μόνο ο Βενιζέλος κατάφερε να συνδυάσει ταυτόχρονα αλυτρωτισμό με εξευρωπαϊσμό και αγγλόφιλη πολιτική. Χάρη σ’ αυτόν, η Ελλάδα πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, που παραμένουν το μεγαλύτερο πολεμικό της επίτευγμα, αφού σχεδόν διπλασιάστηκε. Χωρίς τον Βενιζέλο, η Ελλάδα δεν θα είχε πάρει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους και τα σύνορά της θα ήταν ασφαλώς πολύ στενότερα, όπως προκύπτει από τα λεγόμενα των αντιπάλων του, με πιο υπερφίαλο τον Ίωνα (Ιωάννη) Δραγούμη.
Στην αντιπαράθεση Κωλέττη και Μαυροκορδάτου αποτυπώθηκε ένα διαχρονικό δίλημμα: πρώτα εδαφική επέκταση, έστω με ένοπλα σώματα ατάκτων, ή πρώτα ανάπτυξη και οικοδόμηση σύγχρονου κράτους, στρατού και στόλου, για εδαφική επέκταση στην κατάλληλη ευκαιρία; Την πολιτική του Μαυροκορδάτου εφάρμοσε με καλύτερες προϋποθέσεις και μεγαλύτερη επιτυχία ο ανεψιός του Χαρίλαος Τρικούπης, αλλά τον νίκησε ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, με κατάληξη την πανωλεθρία  του 1897, που μπορούσε να είχε ανατρέψει τα μέχρι τότε κεκτημένα.
Τα λεγόμενα «ξενικά» κόμματα (ρωσόφιλο, γαλλόφιλο, αγγλόφιλο, κατά σειρά εμφάνισης και τάξη μεγέθους) δεν ήσαν τεχνητά δημιουργήματα των ξένων, αλλά προέκυψαν φυσιολογικά από τις ανάγκες της εθνικής ολοκλήρωσης, σε αντιστοιχία μόνο με τις τρεις «Προστάτιδες Δυνάμεις» και όχι άλλες. Καθεμιά τους θα επηρέαζε την εξωτερική, αλλά και την εσωτερική πολιτική και κοινωνική διαμόρφωση του νέου κράτους, σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα, που συνέφεραν ειδικά τους οπαδούς της στην Ελλάδα.
Από την Επανάσταση προέκυψαν και μονιμότερες συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ ομοεθνών. Οι ντόπιοι («αυτόχθονες») της αρχικής επικράτειας θέλησαν να αποκλείσουν από δημόσιες θέσεις όσους προέρχονταν από άλλα μέρη («ετερόχθονες»), αποκρούοντας έμπρακτα την ισότιμη συμμετοχή τους στο έθνος και το κράτος του. Γενικότερη ήταν η αντιπαράθεση του παραδοσιακού κόσμου με τους λίγους μορφωμένους οπαδούς του εξευρωπαϊσμού, που ήσαν όμως απαραίτητοι για την εξασφάλιση βοήθειας από την Ευρώπη και για την οικοδόμηση κράτους.
Μετά το 1821, δεν προκάλεσαν τις πρώτες εμφύλιες συγκρούσεις απλώς και μόνο τυχαίοι προσωπικοί παράγοντες, αλλά η επείγουσα αντικειμενική ανάγκη να συντονίσει τον Αγώνα μία νομιμοποιημένη και ισχυρή κεντρική εξουσία, που δεν ήταν σε θέση να προμηθεύσει η Φιλική Εταιρεία. Χρειαζόταν επίσης να υποταχθούν οι οπλαρχηγοί στην πολιτική εξουσία ή και να παραμεριστούν από τακτικό στρατό. Έτσι προέκυψαν πρώτα η σύγκρουση μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών, ύστερα μεταξύ Πελοποννήσου, Ρούμελης, νησιών.
Η ταύτιση του έθνους με την Ορθοδοξία απέκλεισε τον χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας, όπως στις καθολικές χώρες. Ενώ το κοινό θρήσκευμα ήταν δεδομένο, η γλωσσική ομοιογένεια έμενε να δημιουργηθεί από το εθνικό κράτος, προκαλώντας διαμάχες για το γλωσσικό ζήτημα, που έληξαν μόλις το 1976, με την επιβολή της δημοτικής και τον εξοβελισμό της καθαρεύουσας. Ακόμη και σήμερα, αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα η μεγάλη σημασία της θρησκείας ως συστατικού της εθνικής ταυτότητας.
Ποιοι είναι Έλληνες; Οι Χριστιανοί και ειδικότερα οι Ορθόδοξοι, απάντησε η Α΄ Εθνική Συνέλευση. Το ίδιο ίσχυσε έναν αιώνα αργότερα, στην υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών με την Τουρκία.  Για γλώσσα ή καταγωγή ως πρωταρχικά κριτήρια δεν μπορούσε να γίνει λόγος, ούτε το 1821 ούτε το 1923. Ως κρατική εκκλησία, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορούσε πλέον να υπάγεται στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αφού παρέμενε αιχμάλωτο αλλοθρήσκων. Το ζήτημα αυτό προκάλεσε οξύτατη εμφύλια διαμάχη.
Αναδείχθηκε έως εδώ η διαλεκτική μεταξύ εθνικής ολοκλήρωσης και εμφύλιας διαμάχης μεταξύ ομοεθνών, ως γενική νομοτέλεια, με παραδείγματα που ήσαν επίτηδες παρμένα αποκλειστικά από τη δυτική ιστορική εμπειρία, για να μη νομιστεί ότι πρόκειται για σύμπτωμα υστέρησης, βαλκανικής ή και τριτοκοσμικής. Για την ελληνική περίπτωση ενδιαφέρουν ιδίως η εθνικοποίηση της βασιλείας (ακόμη και όταν ο βασιλέας ήταν ξένος) και προπαντός η υπεροχή της θρησκείας, όπως αποτυπώνεται και στις εθνικές σημαίες.
Η καθυστερημένη εθνική ολοκλήρωση των Ιρλανδών έμεινε ημιτελής όταν το νησί τους διχοτομήθηκε το 1922 και τμήμα του διατηρήθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο. Μολονότι μειοψηφία, όσοι αρνήθηκαν να συμφωνήσουν έστρεψαν αμέσως τα όπλα εναντίον των πρώην συναγωνιστών τους και έγινε εμφύλιος πόλεμος αγριότερος από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Μία ακόμη μικρότερη μειοψηφία συνέχιζε μέχρι πρόσφατα τον εμφύλιο πόλεμο στη Βόρεια Ιρλανδία. Η ειρήνευση εκεί ίσως κινδυνέψει από τις συνέπειες του Brexit.
Οι Νορβηγοί το 1905 αποφάσισαν ομόφωνα την ανεξαρτησία τους από τη Σουηδία και επέλεξαν ξένο βασιλέα με μεγάλη πλειοψηφία, ενώ η γλωσσική τους διαμάχη έληξε αργότερα με συμβιβασμό. Αντίθετα, η ανεξαρτησία της Φινλανδίας από τη Ρωσία συνοδεύτηκε το 1918 από άγριο εμφύλιο πόλεμο, σε καθαρά ταξική βάση. Μόνο σταδιακά ακολούθησε εθνική συμφιλίωση που περιέλαβε και τους ηττημένους Σοσιαλδημοκράτες, όχι όμως και τους Κομμουνιστές, που συνέχισαν να συμπράττουν με τους Σοβιετικούς.
Ως εχθρική εισβολή και κατοχή, η Γαλλική Επανάσταση προκάλεσε την τερατογένεση ενός αντιδραστικού γερμανικού εθνικισμού, με επικράτηση του πρωσικού μοναρχισμού και μιλιταρισμού. Η Πρωσία ήταν εκείνη που πραγματοποίησε τη γερμανική ενοποίηση το 1871, προκαθορίζοντας τις εξελίξεις μέχρι την ήττα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε η ενοποίηση ακυρώθηκε. Προέκυψαν δύο γερμανικά κράτη, που βρίσκονταν σε «ψυχρό» εμφύλιο πόλεμο μέχρι να επικρατήσει ολοκληρωτικά η Δυτική Γερμανία στη διαδικασία επανένωσης με την Ανατολική.
loading
Comments 
loading
Download from Google Play
Download from App Store