DiscoverΧωμ Χωμ με τον Χρήστο Χωμενίδη
Χωμ Χωμ με τον Χρήστο Χωμενίδη

Χωμ Χωμ με τον Χρήστο Χωμενίδη

Author: pod.gr

Subscribed: 520Played: 4,060
Share

Description

Ο Χρήστος Χωμενίδης αφηγείται μικρές ιστορίες από την ζωή του που μπορούν να ακουστούν και ως συμβουλές σε νεότερους.
32 Episodes
Reverse
Το 1989, που έπεσε το Τείχος του Βερολίνου, ο Χρήστος Χωμενίδης φοιτούσε στη Νομική Σχολή και με συμφοιτητές του βρέθηκαν καλεσμένοι του Πανεπιστημίου Λομονόσοφ στη Μόσχα, σε ένα πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών. Ο συγγραφέας θυμάται τι του έκανε εντύπωση εκείνους τους μήνες στην πρωτεύουσα της τότε Σοβιετικής Ένωσης, την εποχή της περεστρόικα: «Η παραγωγή αγαθών στα τέλη των 80ς είχε πέσει σε πλήρες τέλμα. Τα μοναδικά προϊόντα που πωλούνταν σε αφθονία ήταν κομπόστες σε μεγάλα βάζα και λαστιχένιες γαλότσες. Τα ήθη ήταν εντυπωσιακά ελεύθερα. Δεν εννοώ εκπορνευμένα. Οι γυναίκες απλώς ένιωθαν αυτεξούσιες, κοινωνικά ισότιμες, απαλλαγμένες από την πατριαρχία και από τις θρησκευτικές προκαταλήψεις. Οι νέοι ζούσαν όσο πιο έντονα μπορούσαν. Η αδυναμία καταναλωτικής εκτόνωσης τους έκανε να μοιάζουν πιο ουσιαστικοί».
Ο Χρήστος Χωμενίδης παρατηρεί ότι όλα έχουν αλλάξει στην Κυψέλη, εκτός από το μπουρδέλο στην οδό Δροσοπούλου. Θυμάται τις εφηβικές αντιδράσεις από τις επισκέψεις τους στο σπίτι με το φωτάκι, αλλά εκείνο που δεν θα ξεχάσει είναι η τελευταία του φορά: «ήταν μια από τις ωραιότερες κοπέλες που είχα δει ποτέ μου. Σωστή πριγκίπισσα Ινδιάνα έμοιαζε.Τη στιγμή που έβγαινε από το δωμάτιο, κοίταξε το μαθητικό σακίδιό μου, πάνω στο οποίο είχα γράψει στίχους ροκ συγκροτημάτων και σουρεαλιστών ποιητών. “Θα διαβάζεις πολύ εσύ;” συμπέρανε. “Πες μου, σε παρακαλώ, τι σημαίνει η λέξη αχλύς;” Σταμάτησε το μυαλό μου, στέγνωσε το στόμα μου. “Δεν θυμάμαι…” τραύλισα. «Καλά, δεν πειράζει...» είπε απογοητευμένη και εξαφανίστηκε».
Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται την πορεία του καρκινοπαθή πατέρα του προς τον θάνατο, ενώ παράλληλα άνθιζε η δική του εφηβεία. «Η κορτιζόνη, είναι μαγικό φάρμακο, σε οδηγεί χορεύοντας στον τάφο -είχε πει κάποιος γιατρός- και πραγματικά στο σπίτι ζήσαμε 4 μήνες μια αλλόκοτη κατάσταση. Φίλοι και γνωστοί κατέφθαναν για να τον αποχαιρετήσουν και στο σαλόνι μας στηνόταν κάθε βράδυ κανονικό πάρτι. Κρασί, μεζέδες, μουσική στο πικάπ… Μέχρι που χόρεψε και ζεϊμπέκικο με το εντελώς δικό του στυλ που θύμιζε φοξ τροτ». Την ίδια ώρα, ο έφηβος Χρήστος ζήταγε «παρηγοριά» στη μεγαλύτερη 16χρονη ξαδέρφη του, απλώνοντας το χέρι του στο στήθος της, στο σκοτάδι μιας αίθουσας σινεμά...
«Υποψιάζομαι -μου ψιθύρισε η φίλη μου η Βάλη- ότι ο μεγάλος μου αδελφός είναι μέλος της 17 Νοέμβρη. Έχει στο διαμέρισμά του ολόκληρο οπλοστάσιο… Όταν εμφανίστηκε η 17Ν ήμουν 9 ετών και όταν η βόμβα έσκασε στα χέρια του Σάββα Ξηρού κόντευα τα 36». Ο Χρήστος Χωμενίδης κάνει μια αναδρομή στα χρόνια που μια γενιά μεγάλωσε με την Οργάνωση-φάντασμα. Θυμάται τα χτυπήματα και τις προκηρύξεις, τη στάση των πολιτικών και του κόσμου, τους ένθερμους υποστηρικτές και τις θύελλες των συζητήσεων που προκαλούσε. Για να φτάσει στην εξάρθρωση, στη σύλληψη των μελών της και στη δίκη. «Μου θύμισαν επιβάτες ενός ΚΤΕΛ που έχει βγει από κάθε χαραγμένο δρόμο. Του λεωφορείου της ισόβιας ματαίωσης, της εχθροπάθειας, της εκδικητικότητας… Ενός μακάβριου λεωφορείου που επιμένει να διασχίζει πάνω-κάτω την Ελλάδα».
Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται ότι στα σχολικά χρόνια η εμφάνισή του είχε καθορίσει τη μοίρα του: το ύψος, το μαλλί-αφάνα, το ντύσιμό του: «Θυμάμαι στο σχολικό πούλμαν να βαδίζω στον διάδρομο και χέρια να απλώνονται, να πιάνουν και να ανακατεύουν τα μαλλιά μου. «Θάμνο!» να με φωνάζουν και «Ζουλού!» και «Λευκό Αραπάκι!». Η καζούρα ήταν κάτι που απασχολούσε μόνο τα παιδιά: οι δάσκαλοι πίστευαν ότι η κοινωνία των παιδιών αυτορρυθμίζεται και κανένα παιδί δεν ήθελε να ανακατευτούν οι γονείς του σε τέτοια θέματα. Σήμερα, ως πατέρας μικρής κόρης, ο Χρήστος Χωμενίδης πιστεύει ότι «πρέπει να προστατεύουμε τα πιο αδύνατα παιδιά από το μπούλινγκ αλλά να αφήσουμε τα βλαστάρια μας να μάθουν να διεκδικούν τον ζωτικό τους χώρο και να προετοιμαστούν για τις συνθήκες της ενήλικης ζωής».
Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται τη σχέση που είχε με τον ύπνο, από μικρό παιδί μέχρι σήμερα: «Στο Δημοτικό, το έχεις μαράζι να σε αφήσουν μια φορά να ξενυχτήσεις μέχρι τελικής πτώσεως. Στο Λύκειο ξεκινάς τα μεγάλα ξενύχτια, αλλά δεν κραιπαλιάζεις, μελετάς για τις Πανελλαδικές. Με το που θα πετύχεις, βγάζεις τα απωθημένα σου και κάνεις τη νύχτα μέρα». Θυμάται μια αποτυχημένη ερωτική προσπάθεια που έκανε μεθυσμένος, όταν υπηρετούσε στο ναυτικό, και πώς κατέληξε να κοιμάται δίπλα από τον κάδο για τα σκουπίδια...
Ο Χρήστος Χωμενίδης κάνει μια αναδρομή από τα αυστηρά και υποκριτικά ήθη της μεταπολεμικής Ελλάδας απέναντι στην ερωτική επιθυμία, στην εισαγωγή της σεξουαλικής επανάστασης μαζί με τη ροκ, που συνέπεσε με τη χούντα, στην ελευθεριότητα στα χρόνια του lifestyle και φτάνει στις μέρες μας: «Δεν θα ΄θελα με τίποτα να είμαι σήμερα 16, 18, 25 χρονών. Δέσμιος στα ντουζένια μου της πανδημίας. Ελεγχόμενος σε κάθε βήμα μου από την πολιτική ορθότητα. Από αυτό το μεταμοντέρνο σαβουάρ βιβρ, που όσο και αν αναδεικνύει, όσο και αν προστατεύει τα δικαιώματα των μειονοτήτων, έχει στο βάθος μια οσμή νεο-πουριτανισμού. Βάζει την επιθυμία σε καλούπια και κανάλια. Τη στραβοκοιτάει σαν απειλή...»
Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται πώς ξεκίνησε και ποια ήταν (και είναι) η σχέση του με τον Θεό: «Σε ηλικία πέντε -ίσως και τεσσάρων- χρονών, είχα σχηματίσει μια εντελώς συγκεκριμένη εικόνα για τον Θεό. Τον είχα τοποθετήσει στην επάνω αριστερά κόχη του δωματίου μου. Εκεί αραχνούλες ύφαιναν ένα πυκνό σχετικά δίχτυ που καμιά ταβανόσκουπα δεν είχε σαρώσει. Από το κρεβάτι μου -ιδίως τις νύχτες, που μου έσβηναν τα φώτα και άφηναν στην πρίζα μόνο ένα πράσινο λαμπάκι για να μη με τρομάζει το απόλυτο σκοτάδι- από το κρεβάτι μου τον έβλεπα καθαρά. Ή έτσι νόμιζα...».
Ο Χρήστος Χωμενίδης πιστεύει ότι «σε αντίθεση με το σεξ και με το ποδήλατο που δεν ξεχνιούνται ποτέ, οι κοινωνικές δεξιότητες αποτελούν ένα λεπτό λούστρο – τρεις μήνες καραντίνας αρκούν για να ξεφτίσει». Αναρωτιέται πώς θα είμαστε όταν ξαναβγούμε έξω για φαγητό και καταλήγει: «Ο παράδεισος για μένα εξακολουθεί να είναι ένα μεγάλο τραπέζι, ξέχειλο από λιχουδιές, όπου γνωστοί και φίλοι ξεπατώνουν τις μπουκάλες του κρασιού, φλερτάρουν, αλληλοπειράζονται, βγάζουν τα εσώψυχά τους κι εγώ τους τραγουδάω. Έστω και παράφωνα!»
«Το δόγμα που επικρατούσε στο πρότυπο σχολείο μου ήταν πως κάθε άνθρωπος έχει ταλέντο σε ένα τουλάχιστον σπορ – αρκεί να το ανακαλύψει και να το καλλιεργήσει για να διαπρέψει». Ο Χρήστος Χωμενίδης δοκίμασε αλλά δεν είχε ταλέντο σε κανένα και υπέκυψε για λίγο μόνο ακολουθώντας το κρυφό του ειδύλλιο, την Κάκια, στο γυμναστήριο. Τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε δεινό αστικό περιπατητή: «Διασχίζω το κέντρο της Αθήνας – διανύω ακόμα και δέκα χιλιόμετρα την ημέρα. Στους δρόμους μου έχω δύο πολύτιμους βοηθούς. Το ρολόι μου, που μετράει βήματα και αποστάσεις, και τα ακουστικά. Φτιάχνω το προσωπικό μου σάουντρακ, κατά τα κέφια της κάθε διαδρομής. Με κοιτάζουν χλευαστικά ίσως οι διπλανοί μου στη διάβαση καθώς κουνάω τα χέρια μου διευθύνοντας μια αόρατη ορχήστρα. Σκασίλα μου! Μόλις ανάψει πράσινο, τούς προσπερνάω».
«Το να ταξιδεύω μόνος και χωρίς κανένα πρόγραμμα με συνάρπαζε. Μη έχοντας να δίνω λόγο παρά μόνο στον εαυτό μου, άνοιγα -πίστευα- διάπλατα τις θύρες για το απρόοπτο. Οι 1.500 λίρες στο πορτοφόλι μου (ποσό αστρονομικό για τα δεδομένα μου) ενίσχυαν την ψευδαίσθηση της απόλυτης ελευθερίας». Το 1991, ο Χρήστος Χωμενίδης μεταπτυχιακός φοιτητής στο Λιντς, άφηνε πίσω του τις σπουδές και ξεκινούσε ένα επεισοδιακό ταξίδι που κατέληξε στο Τσέπελ, προάστιο της Βουδαπέστης. 
Ο Χρήστος Χωμενίδης γυρνάει κάποια χρόνια πίσω και θυμάται τον έρωτα του φίλου του Κώστα για την Νεκταρία σε καλοκαιρινές διακοπές. Η επιστροφή στην Αθήνα, όμως, περιλαμβάνει εκπλήξεις: ένα περίπτερο που όλη η οικογένεια της Νεκταρίας το υπηρετεί με μανιακή υστερία, όπως και τον ανάπηρο στον οποίο είναι η άδεια. Τι απέγινε μ΄ αυτόν τον έρωτα και την ξαναείδε άραγε ποτέ τη Νεκταρία ο συγγραφέας;
Παριστάνοντας τους δημοσιογράφους, ο Χρήστος Χωμενίδης κι ένας συμφοιτητής του, χτυπούσαν κουδούνια για να γνωρίσουν κόσμο, κατά προτίμηση πρόθυμα για παρέα κορίτσια,   μέχρι που το πέτυχαν. Ο συγγραφέας θυμάται τι έκαναν νεαροί φοιτητές και σημειώνει: «Το μόνο που μού μοιάζει πλέον εντελώς ξένο είναι η ενέργεια που είχαμε, το πείσμα, να τριγυρνάμε ζαλωμένοι με μια πρωτόγονη βιντεοκάμερα και με το βαλιτσάκι της στην πόλη, κάθε τόσο να σταματάμε και να οσμιζόμαστε τον αέρα σαν κυνηγιάρικα σκυλιά. Ίσως να λέγεται νεότητα». 
Ο Χρήστος Χωμενίδης ανακαλεί στη μνήμη του τις θεατρικές παραστάσεις που έχει δει από παιδί. Θυμάται το «Ελεύθερο Θέατρο», το «Θέατρο Τέχνης» και τη συνάντηση που είχε με τον Κάρολο Κουν, όταν ήταν έφηβος, τις τρεις παραστάσεις που έχουν χαραχτεί βαθιά μέσα του και το πόσο θηριώδεις ηθοποιοί ήταν ο Αλέξης Μινωτής και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ.
O Χρήστος Χωμενίδης θυμάται ένα καλοκαίρι, που από το πένθος για τον πατέρα του και τον βαρύ κλοιό συγγενών και φίλων γύρω από τη χήρα μητέρα και το ορφανό βρέθηκε για πρώτη φορά στη Μύκονο: «Μου φάνηκε σαν την πεντάμορφη του παραμυθιού μεταμορφωμένη σε νησί. Βγήκαμε βόλτα και μου ‘φυγε το κλαπέτο. Κατάλαβα πώς ένιωθε ο Οδυσσέας με τις σειρήνες τριγύρω του να τον κολάζουν»...
Οι κίνδυνοι στην εφηβεία υπήρχαν σ’ όλες τις εποχές, διαπιστώνει ο Χρήστος Χωμενίδης, που με αφορμή την ανησυχία για την κόρη του, θυμάται τη δική του εφηβεία. Θεωρεί ότι υπήρξε πολύ τυχερός και ότι εκείνο που τον έσωσε ήταν η μάνα του. « Όχι οι συστάσεις που μού έκανε με ψευτοαυστηρό ύφος. Αλλά το γεγονός ότι εγώ δεν θα άντεχα να την πικράνω, να την πονέσω, να της βγάλω ξινή την εμπιστοσύνη και τη φροντίδα που μού έδειχνε. Η αγάπη, τελικά, αποδεικνύεται ότι είναι το αποτελεσματικότερο εμβόλιο. Και για τους κινδύνους της εφηβείας.
Ο Χρήστος Χωμενίδης ξεφυλλίζει τα κόμικς της παιδικής του ηλικίας και θυμάται τις απορίες του: Πώς είναι δυνατόν όλα τα μέλη της οικογένειας Ντακ, από την τσαχπίνα Νταίζη έως τον γρουσούζη θείο Σκρουτζ κι από τον ανεπρόκοπο τον Ντόναλντ μέχρι τον τυχεράκια αντεραστή του, τον Γκαστόνε, να κυκλοφορούν ημίγυμνα, χωρίς βρακιά; Τελικά βρίσκει την απάντηση...
Ο Χρήστος Χωμενίδης εξομολογείται το πρώτο κεραυνοβόλο ερωτικό σκίρτημα, στα 9 του χρόνια στην πλαζ της Βουλιαγμένης: «Αίφνης, εκεί ακριβώς που έσκαγε το κύμα, εμφανίστηκε ένα πλάσμα, αρκετά πιο μικροκαμωμένο από μένα, ακαθορίστου φύλου και ακαταμάχητης -στα μάτια μου- γοητειας. Ταραχή! Μου ήταν αδύνατο να ξεκολλήσω το βλέμμα. Κοίταζα τα ίσια -μακριά για αγόρι, κοντά για κορίτσι- μαλλιά του, που κόλλαγαν στο μέτωπό του, στο λαιμό του, τους ώμους του... Ξεροκατάπια και ζύγωσα. Προσευχόμουν να είναι κορίτσι, να τη λένε Ελένη ή Μαρία. Αν όμως τον έλεγαν Γιάννη ή Γιώργο;»
Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται την αγάπη του πατέρα του για τη μουσική και τους δίσκους: «Τα πρωινά της Κυριακής έφτιαχνε κολάζ! Ο δίσκος έπαιζε στο πικάπ και ο πατέρας μου τού άλλαζε το εξώφυλλο. Έμπαινε σε διάλογο με τους μουσικούς. Εκείνοι νότες; Ο μπαμπάς μου χρώματα. Εκείνοι δοξάρια; Ο μπαμπάς μου ψαλίδι. Όταν έκρινε το έργο τελειωμένο, το έπιανε με ένα κλιπ και το κρεμούσε στον τοίχο. Η μαμά μου επιδοκίμαζε. Ζούσαμε -λες- σε μια γκαλερί. Στη διαρκή έκθεση κολάζ τού Αλέξανδρου».
Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται παλιά και νέα ανέκδοτα και τη σημασία τους: Εκείνο που με ενοχλεί περισσότερο στα ανέκδοτα είναι ότι δεν έχουν ίχνος αυθορμητισμού και αυτοσαρκασμού. Ο ανεκδοτάκιας μένει στο απυρόβλητο. Είναι ένας ατσαλάκωτος αστειάτωρ, ο οποίος σερβίρει ξαναζεσταμένο φαγητό. Φαντάζεστε τον Τσάρλι Τσάπλιν να λέει ανέκδοτα; Τον Πίτερ Σέλερς; Τον Θανάση Βέγγο;
loading
Comments (1)

fan

ποσο γνωριμα ολα αυτα που περιγραψατε για την εποχη μας κ ακομα Παφα Πουφα!☺

Jul 4th
Reply
Download from Google Play
Download from App Store