DiscoverΧωμ Χωμ με τον Χρήστο Χωμενίδη
Χωμ Χωμ με τον Χρήστο Χωμενίδη

Χωμ Χωμ με τον Χρήστο Χωμενίδη

Author: pod.gr

Subscribed: 419Played: 2,449
Share

Description

Ο Χρήστος Χωμενίδης αφηγείται μικρές ιστορίες από την ζωή του που μπορούν να ακουστούν και ως συμβουλές σε νεότερους.
23 Episodes
Reverse
«Το δόγμα που επικρατούσε στο πρότυπο σχολείο μου ήταν πως κάθε άνθρωπος έχει ταλέντο σε ένα τουλάχιστον σπορ – αρκεί να το ανακαλύψει και να το καλλιεργήσει για να διαπρέψει». Ο Χρήστος Χωμενίδης δοκίμασε αλλά δεν είχε ταλέντο σε κανένα και υπέκυψε για λίγο μόνο ακολουθώντας το κρυφό του ειδύλλιο, την Κάκια, στο γυμναστήριο. Τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε δεινό αστικό περιπατητή: «Διασχίζω το κέντρο της Αθήνας – διανύω ακόμα και δέκα χιλιόμετρα την ημέρα. Στους δρόμους μου έχω δύο πολύτιμους βοηθούς. Το ρολόι μου, που μετράει βήματα και αποστάσεις, και τα ακουστικά. Φτιάχνω το προσωπικό μου σάουντρακ, κατά τα κέφια της κάθε διαδρομής. Με κοιτάζουν χλευαστικά ίσως οι διπλανοί μου στη διάβαση καθώς κουνάω τα χέρια μου διευθύνοντας μια αόρατη ορχήστρα. Σκασίλα μου! Μόλις ανάψει πράσινο, τούς προσπερνάω».
«Το να ταξιδεύω μόνος και χωρίς κανένα πρόγραμμα με συνάρπαζε. Μη έχοντας να δίνω λόγο παρά μόνο στον εαυτό μου, άνοιγα -πίστευα- διάπλατα τις θύρες για το απρόοπτο. Οι 1.500 λίρες στο πορτοφόλι μου (ποσό αστρονομικό για τα δεδομένα μου) ενίσχυαν την ψευδαίσθηση της απόλυτης ελευθερίας». Το 1991, ο Χρήστος Χωμενίδης μεταπτυχιακός φοιτητής στο Λιντς, άφηνε πίσω του τις σπουδές και ξεκινούσε ένα επεισοδιακό ταξίδι που κατέληξε στο Τσέπελ, προάστιο της Βουδαπέστης. 
Ο Χρήστος Χωμενίδης γυρνάει κάποια χρόνια πίσω και θυμάται τον έρωτα του φίλου του Κώστα για την Νεκταρία σε καλοκαιρινές διακοπές. Η επιστροφή στην Αθήνα, όμως, περιλαμβάνει εκπλήξεις: ένα περίπτερο που όλη η οικογένεια της Νεκταρίας το υπηρετεί με μανιακή υστερία, όπως και τον ανάπηρο στον οποίο είναι η άδεια. Τι απέγινε μ΄ αυτόν τον έρωτα και την ξαναείδε άραγε ποτέ τη Νεκταρία ο συγγραφέας;
Παριστάνοντας τους δημοσιογράφους, ο Χρήστος Χωμενίδης κι ένας συμφοιτητής του, χτυπούσαν κουδούνια για να γνωρίσουν κόσμο, κατά προτίμηση πρόθυμα για παρέα κορίτσια,   μέχρι που το πέτυχαν. Ο συγγραφέας θυμάται τι έκαναν νεαροί φοιτητές και σημειώνει: «Το μόνο που μού μοιάζει πλέον εντελώς ξένο είναι η ενέργεια που είχαμε, το πείσμα, να τριγυρνάμε ζαλωμένοι με μια πρωτόγονη βιντεοκάμερα και με το βαλιτσάκι της στην πόλη, κάθε τόσο να σταματάμε και να οσμιζόμαστε τον αέρα σαν κυνηγιάρικα σκυλιά. Ίσως να λέγεται νεότητα». 
Ο Χρήστος Χωμενίδης ανακαλεί στη μνήμη του τις θεατρικές παραστάσεις που έχει δει από παιδί. Θυμάται το «Ελεύθερο Θέατρο», το «Θέατρο Τέχνης» και τη συνάντηση που είχε με τον Κάρολο Κουν, όταν ήταν έφηβος, τις τρεις παραστάσεις που έχουν χαραχτεί βαθιά μέσα του και το πόσο θηριώδεις ηθοποιοί ήταν ο Αλέξης Μινωτής και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ.
O Χρήστος Χωμενίδης θυμάται ένα καλοκαίρι, που από το πένθος για τον πατέρα του και τον βαρύ κλοιό συγγενών και φίλων γύρω από τη χήρα μητέρα και το ορφανό βρέθηκε για πρώτη φορά στη Μύκονο: «Μου φάνηκε σαν την πεντάμορφη του παραμυθιού μεταμορφωμένη σε νησί. Βγήκαμε βόλτα και μου ‘φυγε το κλαπέτο. Κατάλαβα πώς ένιωθε ο Οδυσσέας με τις σειρήνες τριγύρω του να τον κολάζουν»...
Οι κίνδυνοι στην εφηβεία υπήρχαν σ’ όλες τις εποχές, διαπιστώνει ο Χρήστος Χωμενίδης, που με αφορμή την ανησυχία για την κόρη του, θυμάται τη δική του εφηβεία. Θεωρεί ότι υπήρξε πολύ τυχερός και ότι εκείνο που τον έσωσε ήταν η μάνα του. « Όχι οι συστάσεις που μού έκανε με ψευτοαυστηρό ύφος. Αλλά το γεγονός ότι εγώ δεν θα άντεχα να την πικράνω, να την πονέσω, να της βγάλω ξινή την εμπιστοσύνη και τη φροντίδα που μού έδειχνε. Η αγάπη, τελικά, αποδεικνύεται ότι είναι το αποτελεσματικότερο εμβόλιο. Και για τους κινδύνους της εφηβείας.
Ο Χρήστος Χωμενίδης ξεφυλλίζει τα κόμικς της παιδικής του ηλικίας και θυμάται τις απορίες του: Πώς είναι δυνατόν όλα τα μέλη της οικογένειας Ντακ, από την τσαχπίνα Νταίζη έως τον γρουσούζη θείο Σκρουτζ κι από τον ανεπρόκοπο τον Ντόναλντ μέχρι τον τυχεράκια αντεραστή του, τον Γκαστόνε, να κυκλοφορούν ημίγυμνα, χωρίς βρακιά; Τελικά βρίσκει την απάντηση...
Ο Χρήστος Χωμενίδης εξομολογείται το πρώτο κεραυνοβόλο ερωτικό σκίρτημα, στα 9 του χρόνια στην πλαζ της Βουλιαγμένης: «Αίφνης, εκεί ακριβώς που έσκαγε το κύμα, εμφανίστηκε ένα πλάσμα, αρκετά πιο μικροκαμωμένο από μένα, ακαθορίστου φύλου και ακαταμάχητης -στα μάτια μου- γοητειας. Ταραχή! Μου ήταν αδύνατο να ξεκολλήσω το βλέμμα. Κοίταζα τα ίσια -μακριά για αγόρι, κοντά για κορίτσι- μαλλιά του, που κόλλαγαν στο μέτωπό του, στο λαιμό του, τους ώμους του... Ξεροκατάπια και ζύγωσα. Προσευχόμουν να είναι κορίτσι, να τη λένε Ελένη ή Μαρία. Αν όμως τον έλεγαν Γιάννη ή Γιώργο;»
Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται την αγάπη του πατέρα του για τη μουσική και τους δίσκους: «Τα πρωινά της Κυριακής έφτιαχνε κολάζ! Ο δίσκος έπαιζε στο πικάπ και ο πατέρας μου τού άλλαζε το εξώφυλλο. Έμπαινε σε διάλογο με τους μουσικούς. Εκείνοι νότες; Ο μπαμπάς μου χρώματα. Εκείνοι δοξάρια; Ο μπαμπάς μου ψαλίδι. Όταν έκρινε το έργο τελειωμένο, το έπιανε με ένα κλιπ και το κρεμούσε στον τοίχο. Η μαμά μου επιδοκίμαζε. Ζούσαμε -λες- σε μια γκαλερί. Στη διαρκή έκθεση κολάζ τού Αλέξανδρου».
Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται παλιά και νέα ανέκδοτα και τη σημασία τους: Εκείνο που με ενοχλεί περισσότερο στα ανέκδοτα είναι ότι δεν έχουν ίχνος αυθορμητισμού και αυτοσαρκασμού. Ο ανεκδοτάκιας μένει στο απυρόβλητο. Είναι ένας ατσαλάκωτος αστειάτωρ, ο οποίος σερβίρει ξαναζεσταμένο φαγητό. Φαντάζεστε τον Τσάρλι Τσάπλιν να λέει ανέκδοτα; Τον Πίτερ Σέλερς; Τον Θανάση Βέγγο;
O Χρήστος Χωμενίδης συγκρίνει τον παλιό με το σημερινό κόσμο, χωρίς εξωραϊσμούς και μυθοποίηση καταστάσεων: «Διακρίνω όμως δύο χαρακτηριστικά του παλιού κόσμου που τα βρίσκω θελκτικά: η επιθυμία, πρώτον. Η γυναικεία κυρίως επιθυμία. Αντιμαχόταν εξ ορισμού τα κυρίαρχα ήθη, γεννιόταν στο σκοτάδι και εκπληρωνόταν πίσω από κλειστές πόρτες. Ό,τι έχανες σε ελευθερία το κέρδιζες σε πάθος, σε ένταση. Ο κόσμος επίσης δεν χωρούσε τζάμπα μάγκες ή τζάμπα επαναστάτες, οι άνθρωποι πλήρωναν τοις μετρητοίς για τις επιλογές τους».
Να ένα ωό!

Να ένα ωό!

2020-05-1611:14

Το αλφαβητάρι «Λόλα να Ένα Μήλο!» είχε σκηνές με ψαράδες, με θεριστάδες και μια καθημερινότητα που δεν είχε καμία σχέση με ό,τι ήξεραν τα παιδιά της Αθήνας, θυμάται ο Χρήστος Χωμενίδης. Μοναδικό -εκκωφαντικό όμως- φάλτσο το όνομα της μικρής πρωταγωνίστριας. Λόλα… Μα Λόλα; Από γερμανικό καμπαρέ την είχαν πάρει οι γονείς της;
Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται τις προεκλογικές περιόδους τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, όπου γινόταν το σώσε. Τα κέντρα των αριστερών κομμάτων περικύκλωναν την Ομόνοια, περπατούσες και άκουγες αντάρτικα και Θεοδωράκη και Λοϊζο στη διαπασών, κοκκινοπράσινα φέιγ-βολάν σε έλουζαν σαν κομφετί… Το εκλογικό κέντρο της Νέας Δημοκρατίας βρισκόταν στην Ακαδημίας, απέναντι από την οδό Κανάρη. Εκεί επικρατούσε άλλη ατμόσφαιρα, ευρωπαϊκή. Αισθητική παρόμοια με του Ζόναρς… 
Χωμ alone!

Χωμ alone!

2020-05-0210:20

Εκτός από ένα τρομερό μεθύσι στο σπίτι μ’ έναν συμμαθητή του, τη πρώτη φορά που έμεινε σπίτι μόνος στα 15 του, ο Χρήστος Χωμενίδης δεν βρήκε κάτι αξιοσημείωτο στην ελευθερία του, μέχρι που έκανε κάτι τρελό. Τηλεφώνησε στη Λένα Πλάτωνος, που μόλις είχε κυκλοφορήσει το «Σαμποτάζ» και τον περνούσε 15 ολόκληρα χρόνια. Πήγαν στο “Καφεθέατρο” να ακούσουν τον Βαγγέλη Γερμανό - μια βραδιά που δεν θα την ξεχάσει ποτέ!
Ο Χρήστος Χωμενίδης δεν έχει δίπλωμα οδήγησης. Κόπηκε, κάποτε, στα σήματα και δεν προσπάθησε ποτέ ξανά. Αγαπάει, άλλωστε τις ιστορίες των ταξιτζήδων και απολαμβάνει να διαβάζει στα ταξίδια με το ΚΤΕΛ στην επαρχία. Θυμάται, όμως, ότι μια φορά, μετά από γερό ξενύχτι στον Τόλη Βοσκόπουλο και υπό την επήρεια της μέθης και του έρωτα, αποφάσισε να οδηγήσει και κάπως έτσι βρέθηκε με τη σύνοδό του στο χαντάκι…
Ο πιο εκκεντρικός άνθρωπος που γνώρισε ο Χρήστος Χωμενίδης, βρέθηκε μετανάστης στη Χιλή κι από κει στην Ελλάδα για να αναλάβει υποχρεώσεις που δεν είχε φανταστεί. Στο σπίτι του στη Νέα Σμύρνη μοιραζόταν το καθιστικό με κλουβιά που είχαν 20 πουλιά, ενώ αποθήκευε κιούπια με λάδι, εξαιτίας κατοχικού συνδρόμου. Στην κηδεία του όλοι αποχαιρέτησαν συγκινημένοι έναν ηλικιωμένο εργένη μέχρι που μια μπριόζα κυρία αποκάλυψε ότι εκείνη του έκλεισε τα μάτια...
Ο Χρήστος Χωμενίδης διαπιστώνει ότι περάσαμε δεκαετίες κάνοντας ζάπινγκ σε έρωτες, συναναστροφές, ταξίδια, μόδες, σε ένα νευρωτικό κυνήγι του ολοένα και πιο έντονου, πιο εντυπωσιακού, πιο δελεαστικού. Και στην πιο δύσκολη στιγμή μας, στην εποχή του κορονοϊού, κρεμόμαστε από τα χείλη ενός ανθρώπου ο οποίος δεν έχει τίποτα απολύτως το φανταχτερό, το υπερφωτισμένο, το πιασάρικο. Κι όποιος τολμήσει ας αλλάξει κανάλι όταν μιλάει!
Στον αντίποδα των πολιτικών τραγουδιών που έμοιαζαν με συνθήματα, τα ρεμπέτικα έφερναν έναν μποέμικο αέρα και αμφισβητούσαν τις μικροαστικές συμβάσεις. Οι γυναίκες στα τραγούδια ήταν ανυπότακτες, χειραφετημένες, μάγισσες. Οι άντρες πλάνητες, τυχοδιώκτες, αγρίμια. Το 1983 η εξαιρετική τηλεοπτική σειρά “Μινόρε της Αυγής, του Κώστα Φέρρη αγαπήθηκε και έκανε γνωστή την ιστορία του ρεμπέτικου στο πλατύ κοινό. Όλα αυτά στο podcast του Χρήστου Χωμενίδη.
Είχε ανταλλάξει χειραψία με τον Στάλιν και είχε χορέψει βαλς με την Πασιονάρια. Ο παππούς του Χρήστου Χωμενίδη, ηγετικό στέλεχος της Αριστεράς, δεν θέλησε να εμπνεύσει αγωνιστικό αριστερό φρόνημα στον εγγονό του, προτιμούσε τις αφηγήσεις για την εξωτική Αίγυπτο και τα απλά μαθήματα Αστρονομίας. Κι όταν του χάρισε μια αγκαλιά βιβλία του Ιούλιου Βερν, έβαλε το θεμέλιο για τη γέννηση ενός συγγραφέα.
loading
Comments (1)

fan

ποσο γνωριμα ολα αυτα που περιγραψατε για την εποχη μας κ ακομα Παφα Πουφα!☺

Jul 4th
Reply
Download from Google Play
Download from App Store