Claim Ownership

Author:

Subscribed: 0Played: 0
Share

Description

 Episodes
Reverse
Επίλογος

Επίλογος

2022-06-0522:06

Είναι λάθος να εξομοιώνουμε τους τωρινούς πρόσφυγες με εκείνους του 1922. Για να συνδέσουμε το παρελθόν με το σήμερα, αρκεί να αναλογιστούμε τις συνέπειες που είχαν οι εξαιρέσεις από την υποχρεωτική ανταλλαγή, δηλαδή η παραμονή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Ελλήνων στην Πόλη (και Ίμβρο και Τένεδο) με αντιστάθμισμα την παραμονή των Τούρκων (και άλλων μουσουλμάνων) στη Δυτική Θράκη. Μία χριστιανική εκκλησία με θεωρητικά οικουμενική εμβέλεια παραμένει αιχμάλωτη σε μουσουλμανικό κράτος. Επιπλέον, ενώ η ελληνική μειονότητα σχεδόν εξαφανίστηκε, η παρουσία τουρκικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη, που περιλαμβάνει τη μεγάλη πλειονότητα των εκεί μουσουλμάνων, δημιουργεί ανησυχίες για την ασφάλεια της Ελλάδας.
Με νέα ηγεσία από πρόσφυγες και με τη νέα στρατηγική του «Λαϊκού Μετώπου», το ΚΚΕ ήταν επιτέλους σε θέση να αυξήσει την επιρροή του μεταξύ των προσφύγων χάρη στην πρωτοφανή αλληλεγγύη, συνεργασία και ώσμωση μεταξύ οπαδών της Αβασίλευτης Δημοκρατίας μετά το αποτυχημένο Κίνημα του 1935. Στη διάρκεια της Κατοχής, οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν πολλούς πρόσφυγες στο ΕΑΜ, όχι όμως όλους. Από αντίδραση στη συνεργασία του ΚΚΕ με τους Σλαβομακεδόνες, μερίδα των προσφύγων και προπαντός οι τουρκόφωνοι Πόντιοι μετακινήθηκαν προς τα δεξιά. Ακριβώς η πολυδιάσπαση των προσφύγων ισοδυναμούσε με καθυστερημένη αφομοίωσή τους, αφού κατανεμήθηκαν στις ίδιες με τους γηγενείς μεταπολεμικές παρατάξεις.
Οι πρόσφυγες έμοιαζαν ευάλωτοι σε ανατρεπτική προπαγάνδα, παρά την αποκατάστασή τους, που έμεινε άλλωστε ανολοκλήρωτη στις πόλεις. Ως εθνοτική ομάδα που γνώριζε δυσμενείς διακρίσεις, αλλά και ως αγρότες ή ως εργάτες, οι πρόσφυγες ήταν εύλογο να στραφούν στην τότε Αριστερά, δηλαδή στο Αγροτικό Κόμμα και στο ΚΚΕ αντίστοιχα. Φαίνεται λοιπόν ότι η απήχηση των δύο κομμάτων ήταν μεγαλύτερη μεταξύ των προσφύγων. Το ενδιαφέρον του ΚΚΕ για τους πρόσφυγες εκδηλώθηκε αμέσως, με εντολή της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της οποίας αποτελούσε «Ελληνικό Τμήμα» (ΕΤΚΔ). Υπήρξαν όμως σημαντικά αρχικά εμπόδια, όπως η πολιτική του στο λεγόμενο «εθνικό ζήτημα», για ανεξάρτητη Μακεδονία και ανεξάρτητη Θράκη.
Για τους πρόσφυγες ήταν διαρκής ο πειρασμός να εκπλειστηριάσουν τη συμπαγή ψήφο τους στο κόμμα ή στον πολιτικό που, κάθε φορά, υποσχόταν περισσότερα σε σχέση με τα αιτήματά τους. Αποδείχθηκαν εξαιρετικά ευάλωτοι στη δημαγωγία, αλλά και διαθέσιμοι για αλλοπρόσαλλα πολιτικά εγχειρήματα (ακόμη και φασιστικού τύπου). Με τον εκβιασμό ότι θα απόσχουν από τις εκλογές, κατάφεραν το 1926 να αρχίσει αμέσως η μερική προκαταβολή αποζημιώσεων. Ο Βενιζέλος όμως έκλεισε οριστικά το ζήτημα της «πλήρους» αποζημίωσης το 1930. Έτσι, στις εκλογές του 1933, αρκετοί πρόσφυγες παρασύρθηκαν από την ψεύτικη υπόσχεση του Αντιβενιζελισμού για πρόσθετες αποζημιώσεις ώστε να του χαρίσουν την εκλογική νίκη.
Η αδιαφορία του Αντιβενιζελισμού (ή πάντως μεγάλης μερίδας του) για τους αλύτρωτους μεταμορφώθηκε σε εχθρότητα όταν ήρθαν ως πρόσφυγες. Ο Αντιβενιζελισμός όχι μόνο απουσίασε από το έργο της προσφυγικής αποκατάστασης, αλλά και υποσχόταν ότι θα το ανατρέψει, ιδίως στις Νέες Χώρες και προπαντός στη Μακεδονία, όπου κρατούσε ζωντανές τις ελπίδες των γηγενών ότι θα έπαιρναν κάποτε τη γη των προσφύγων. Ο Αντιβενιζελισμός αρχικά αξίωσε τον αποκλεισμό ή διαχωρισμό των προσφύγων από το πολιτικό σύστημα, ενώ τους απέκλειε από τα δικά του ψηφοδέλτια. Μόνο βαθμιαία συνειδητοποίησε το Λαϊκό Κόμμα και προσωπικά ο Παναγής Τσαλδάρης τα οφέλη ενός ανοίγματος προς τους πρόσφυγες.
Οι πρόσφυγες ήσαν εκείνοι που εξασφάλισαν μετά το 1922 την εκλογική επικράτηση του Βενιζελισμού και την επιβολή της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Χωρίς τη διαρροή προσφύγων προς τον Αντιβενιζελισμό και προς την Αριστερά, ο Βενιζελισμός θα είχε παραμείνει στην εξουσία μέχρι τον πόλεμο και η Αβασίλευτη θα είχε εμπεδωθεί. Οι αλύτρωτοι Έλληνες και μελλοντικοί πρόσφυγες ήδη από το 1914-15 είχαν στραφεί στον Βενιζελισμό, που τους υποσχόταν σωτηρία. Μετά την Καταστροφή, μόνο χάρη στον Βενιζελισμό απέκτησαν όσα απέκτησαν: περίθαλψη, σπίτια, χωράφια, αποζημιώσεις, πλήρη πολιτικά δικαιώματα Ελλήνων πολιτών και προστασία απέναντι στην εχθρότητα των γηγενών. Υπήρχε επιπλέον η οιονεί θρησκευτική προσήλωσή τους στον Βενιζέλο.
Οι αντιλήψεις και συμπεριφορές πολλών γηγενών απέναντι στους πρόσφυγες άγγιξαν τα όρια κανονικού ρατσισμού. Αμφισβητούσαν την ίδια την «ελληνικότητα» των προσφύγων, με ονομασίες όπως «τουρκόσποροι», «τουρκογεννημένοι» και «γιαουρτοβαφτισμένοι». Αμφισβητούσαν επίσης την ηθική των γυναικών προσφύγων, που ήσαν κατεξοχήν ευάλωτες σε εργοδότες. Πίστευαν ότι αυτοί έφεραν άδικα το βάρος της προσφυγικής αποκατάστασης και των αποζημιώσεων, ενώ οι πρόσφυγες ήσαν οι «ξένοι» που ήρθαν να τους πάρουν τη γη τους, γεωργική αλλά και αστική, και τις δουλειές τους, στη βιομηχανία και στο εμπόριο. Η επιδίωξη των γηγενών να διώξουν τους πρόσφυγες και να αρπάξουν τα χωράφια τους τροφοδοτούσε συνεχείς συγκρούσεις στην ύπαιθρο.
Οι περισσότεροι πρόσφυγες βίωσαν μία βίαιη διαδικασία κοινωνικού υποβιβασμού. Εύποροι αγρότες βρέθηκαν σε αστικές παραγκουπόλεις, ενώ αστοί βρέθηκαν στην ύπαιθρο. Ως ξεπεσμός βιώθηκε και η απώλεια της περιουσίας, η μετάβαση από μη χειρωνακτική σε χειρωνακτική εργασία, από θέση αφεντικού σε θέση μισθωτού και ιδίως εργάτη, η αμείλικτη ανάγκη να βρουν οι γυναίκες εξωτερική εργασία, αφού πολλοί άνδρες είχαν χαθεί. Μεταξύ προσφύγων και γηγενών δημιουργήθηκε και χάσμα «εθνοτικό» (ethnic). Πλήθος γλωσσικές και άλλες ιδιαιτερότητες διαφοροποιούσαν τους πρόσφυγες από τους γηγενείς. Το χάσμα διευρύνθηκε και συντηρήθηκε από την οικιστική απομόνωση των προσφύγων, που υπαγορεύθηκε από την πιεστική αντικειμενική ανάγκη ταχύτερης στέγασής τους.
Η αγροτική αποκατάσταση περιέλαβε περισσότερους από τους μισούς πρόσφυγες, αλλά η χωρητικότητα της υπαίθρου είχε πια εξαντληθεί. Είναι λοιπόν μύθος ότι οι Βενιζελικοί τάχα εγκατέστησαν πολλούς πρόσφυγες στις μεγάλες πόλεις για λόγους αποκλειστικά εκλογικούς. Τους πρόσφυγες ταλαιπώρησαν για δεκαετίες τα χρέη που δημιούργησε η αποκατάστασή τους, αλλά και η προσδοκία αποζημιώσεων για τις περιουσίες που άφησαν πίσω. Μόνο μία μειοψηφία μπορεί να θεωρηθεί ότι έλαβε ικανοποιητική ή και υπερβολική αποζημίωση. Τελικά η προσφυγική αποκατάσταση δεν σημείωσε καθολική επιτυχία και έμεινε ανολοκλήρωτη, με σοβαρές ανισότητες και αδικίες, σε βάρος κυρίως σημαντικής μερίδας των «αστών» προσφύγων, δηλαδή των προσφύγων στις πόλεις.
Είναι αδύνατο να υπολογιστεί με ακρίβεια ο συνολικός αριθμός των προσφύγων, αλλά οι πρόσφυγες από την Τουρκία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ήσαν περίπου ένα εκατομμύριο. Η αγροτική προσφυγική αποκατάσταση είχε ως στόχο τον εφοδιασμό κάθε προσφυγικής οικογένειας με επαρκή γη, ζώα, εργαλεία και σπίτι. Μέχρι το 1938 περιέλαβε 668.000 άτομα (ή 167.000 οικογένειες), αλλά 83% του συνόλου είχαν ήδη εγκατασταθεί μέχρι τα μέσα του 1926. Περίπου 90% του συνόλου εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία και στη Θράκη. Αντίθετα, η «αστική» προσφυγική αποκατάσταση (στις πόλεις) αφορούσε μόνο τη στέγαση, προχώρησε με πολύ βραδύτερο ρυθμό και έμεινε για δεκαετίες ανολοκλήρωτη για τουλάχιστον 30.000 οικογένειες.
Έργο του Βενιζέλου και γενικότερα του Βενιζελισμού ως παράταξης, η αποκατάσταση και αφομοίωση των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής υπήρξε το μεγαλύτερο ειρηνικό επίτευγμα του νεοελληνικού κράτους και έθνους, ως έμπρακτη απόδειξη της εθνικής αλληλεγγύης. Πέρα από το μέγεθος, υπήρξε  μοναδική και η ταχύτητα του εγχειρήματος. Ποτέ άλλοτε δεν αξιοποιήθηκε η ξένη βοήθεια τόσο αποτελεσματικά και δεν πραγματοποιήθηκε τόσο γόνιμη συνεργασία μεταξύ Ελλήνων και ξένων, όσο στο πλαίσιο της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ). Έτσι επιτεύχθηκαν οι ανθρωπιστικοί, εθνικοί, αλλά και κοινωνικοί στόχοι που επιδιώχθηκαν. Στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι πρόσφυγες έγιναν ιδιοκτήτες μικροαστοί της πόλης και του χωριού, όπως οι γηγενείς.
Στόχος της υποχρεωτικής ανταλλαγής των πληθυσμών το 1923 ήταν να πάψουν πλέον να υπάρχουν ελληνικοί πληθυσμοί σε τουρκικό έδαφος και τουρκικοί πληθυσμοί σε ελληνικό έδαφος, ώστε να μην προκύπτουν εφεξής αφορμές για συγκρούσεις όπως πριν. Παραβίαση του ρεαλισμού της ανταλλαγής υπήρξαν οι εξαιρέσεις που πέτυχε ο Βενιζέλος, δηλαδή η παραμονή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη (και στην Ίμβρο και Τένεδο), με αντιστάθμισμα την παραμονή των Τούρκων και άλλων μουσουλμάνων στην ελληνική Δυτική Θράκη. Έτσι, οι ελληνοτουρκικές διενέξεις διαιωνίστηκαν και εξαιτίας αυτών των εξαιρέσεων. Ειδικά στο ζήτημα του Πατριαρχείου, ο Βενιζέλος δεν ακολούθησε την αρχική ρεαλιστική σκέψη του.
Το φθινόπωρο του 1922, η Ελλάδα ήταν εκείνη που είχε άμεση ανάγκη μίας συμφωνημένης υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών. Όχι η Τουρκία. Οι περισσότεροι ελληνικοί πληθυσμοί την είχαν ήδη εγκαταλείψει και η ίδια απέκλειε την επιστροφή τους, αλλά και την παραμονή των υπολοίπων. Αντίθετα, στην Ελλάδα παρέμενε σχεδόν μισό εκατομμύριο Τούρκων. Χωρίς συμφωνία υποχρεωτικής ανταλλαγής, ήταν αδύνατο να εκδιωχθούν ώστε να χρησιμέψουν οι ακίνητες περιουσίες τους για την αποκατάσταση πολλών Ελλήνων προσφύγων από την Τουρκία. Η υποχρεωτικότητα υπήρξε λοιπόν αναπόφευκτη συνέπεια της τουρκικής στάσης. Χάρη στον Βενιζέλο, η σχετική ελληνοτουρκική σύμβαση υπογράφηκε έξι ολόκληρους μήνες πριν από την ίδια τη Συνθήκη Ειρήνης.
Τον Σεπτέμβριο του 1922, μόνο ο Βενιζέλος μπορούσε να αντιπαλέψει στο εξωτερικό και ειδικά στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στη Λωζάνη τις συνέπειες της ήττας. Ήταν έτσι σε θέση να επιβάλει εξαιρετικά δυσάρεστες αποφάσεις: πρώτα την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό και πληθυσμό, ύστερα την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Μόνο εκείνος μπορούσε επίσης να αναστήσει τη συμμαχία της ηττημένης Ελλάδας με τις νικήτριες Μεγάλες Δυνάμεις και προπαντός με τη Μεγάλη Βρετανία. Κατάφερε έτσι να αποφύγει άλλες εδαφικές απώλειες και την πληρωμή πολεμικών επανορθώσεων, ενώ η Τουρκία αναγνώρισε επιτέλους την απόκτηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου από την Ελλάδα.
Υπό την πίεση των πιο ακραίων στρατιωτικών, με επικεφαλής τον Θεόδωρο Πάγκαλο, η λεγόμενη «Επανάσταση του 1922» προχώρησε στη δίκη και εκτέλεση των Έξι που κρίθηκαν υπεύθυνοι για τη Μικρασιατική Καταστροφή, μολονότι η ανεπανόρθωτη βλάβη («προδοσία») των εθνικών συμφερόντων δεν έγινε «εκ προθέσεως», αλλά από βαρύτατη και ασυγχώρητη αμέλεια ή το πολύ από «ενδεχόμενο δόλο». Ανεξάρτητα από το όποιο άμεσο θετικό αποτέλεσμα, η εκτέλεση των Έξι είχε μακροπρόθεσμα εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις. Όπως και στη Γερμανία νωρίτερα, η απαλλαγή των στρατιωτικών και η ενοχοποίηση των πολιτικών για την ήττα υπονόμευσε καίρια τη δημοκρατία. Επιπλέον, παρατάθηκε ο Εθνικός Διχασμός ως εμφύλιος πόλεμος.
Παρά τις επίσημες δηλώσεις και διακηρύξεις, η τύχη του Ελληνισμού της Τουρκίας κατά βάθος δεν απασχολούσε τους Αντιβενιζελικούς, τουλάχιστον ως πρώτη προτεραιότητα. Υπερίσχυε μάλιστα σε πολλούς το μίσος που προκαλούσε η πίστη των περισσοτέρων Ελλήνων της Τουρκίας στον Βενιζέλο. Τα κύρια άρθρα «Οίκαδε…» και «Οι Πομερανοί» στην εφημερίδα «Καθημερινή» δεν πρόλαβαν να συμβάλουν στη στρατιωτική κατάρρευση, όπως υποστηρίχθηκε εκ των υστέρων. Φανέρωναν όμως αδιαφορία για τους ελληνικούς πληθυσμούς. Δεν υπήρξε η παραμικρή μέριμνα για την έγκαιρη διαφυγή τους. Αντίθετα μάλιστα, μέχρι την τελευταία στιγμή εμποδίστηκαν να φύγουν. Ήταν εύλογος ο φόβος ότι, αν έρχονταν στην Ελλάδα, θα απειλούσαν το καθεστώς.
Οι Αντιβενιζελικοί απέκρουαν τις διπλωματικές λύσεις όσο το γόητρο και το ηθικό του ελληνικού στρατού ήσαν ακμαία και τις αποδέχτηκαν μόνο όταν είχαν πλέον καταρρακωθεί και τα δύο μετά την αιματηρή αποτυχία της άσκοπης εξόρμησης προς Άγκυρα που οι ίδιοι αποφάσισαν. Αλλά ήταν πια πολύ αργά. Ακόμη και όταν πλέον προεξοφλούσαν την καταστροφή, τον Φεβρουάριο του 1922, δεν προχώρησαν στην επιβαλλόμενη εκκένωση της Μικράς Ασίας από τον ελληνικό πληθυσμό και τον στρατό. Άφησαν ιδίως τη Στρατιά αποτελματωμένη για ένα σχεδόν χρόνο σε ένα μέτωπο που ήταν εξαρχής μειονεκτικό και ευάλωτο ακριβώς στο σημείο όπου εκδηλώθηκε η απόλυτα προβλέψιμη τουρκική επίθεση.
Επιλέγοντας τη συνέχιση και κλιμάκωση του πολέμου στη Μικρά Ασία, οι Αντιβενιζελικοί και προσωπικά ο Γούναρης προτίμησαν ως υπουργό Στρατιωτικών τον ανίδεο Νικόλαο Θεοτόκη και ως αρχιστράτηγο τον αστοιχείωτο Αναστάσιο Παπούλα, προκαλώντας παράλληλα ανταγωνισμό και πολυφωνία μεταξύ διαφόρων στρατιωτικών. Έτσι αποφασίστηκε στις 15 Ιουλίου 1921 η προέλαση προς την Άγκυρα. Χωρίς σαφείς στόχους, η Στρατιά Μικράς Ασίας υπέστη μάταια εξαντλητικές πορείες, μεγάλες στερήσεις και σκληρές μάχες στον Σαγγάριο, με πολλές απώλειες. Ακόμη πιο ανεπανόρθωτη ήταν η απώλεια του ηθικού και της μαχητικής της ικανότητας. Αν έμενε στην ίδια κατάσταση και στις ίδιες θέσεις, ήταν απλώς θέμα χρόνου η κατάρρευσή της.
Με κάλυψη και πρόφαση τον Κωνσταντίνο, η Αντιβενιζελική ηγεσία χειρίστηκε το Μικρασιατικό ζήτημα σαν να μην υπήρχε άλλη επιλογή από τη συνέχιση και την κλιμάκωση της εκστρατείας. Αντί να εκμεταλλευθούν τρεις διαδοχικές ευκαιρίες διπλωματικής διεξόδου για τερματισμό του πολέμου, με βρετανική μεσολάβηση και υποστήριξη, οι Αντιβενιζελικοί επιδίωξαν οριστική στρατιωτική λύση από μόνο τον ελληνικό στρατό. Ήθελαν να αποδείξουν σε όλους και προπαντός στη Μεγάλη Βρετανία ότι θα τα καταφέρουν εξίσου καλά ή και καλύτερα από τον Βενιζέλο. Αντίστροφα, τους κατείχε ο φόβος ότι τυχόν απαγκίστρωση εκ μέρους τους από τη Μικρά Ασία θα επέφερε μοιραία την επιστροφή του μισητού εχθρού.
Ο Δημήτριος Γούναρης και οι άλλοι Αντιβενιζελικοί οργάνωσαν το νόθο δημοψήφισμα του 1920 για να μεταθέσουν την ευθύνη της επανόδου του Κωνσταντίνου στον ίδιο τον Λαό. Για να εκμεταλλευθούν το γόητρο του Κωνσταντίνου ως νικηφόρου Στρατηλάτη, δημιούργησαν ύστερα την πλαστή εντύπωση ότι τάχα αναλάμβανε ξανά «αρχιστράτηγος», όπως στους Βαλκανικούς Πολέμους. Γι’ αυτό τον περιέφεραν στη Μικρά Ασία επί τρεις μήνες σαν ζωντανό ακόμη σύμβολο για παραπλάνηση του στρατού και της κοινής γνώμης, μολονότι ήταν βαριά άρρωστος και δεν είχε αρκετή επαφή με την πραγματικότητα. Στάθηκαν πολύ τυχεροί που δεν πέθανε εκεί στα χέρια τους, αντί στο Παλέρμο ενάμιση χρόνο αργότερα.
Comments 
Download from Google Play
Download from App Store