DiscoverΑναγνώσεις
Αναγνώσεις
Claim Ownership

Αναγνώσεις

Author: LIFO PODCASTS

Subscribed: 512Played: 4,207
Share

Description

Λογοτεχνικά έργα σε νέες ηχογραφήσεις της LIFO και ηχητικά ντοκουμέντα που έρχονται ξανά στο φως.
87 Episodes
Reverse
Ο Αντώνης Αντωνόπουλος διαβάζει την «Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» του Σάμιουελ Μπέκετ, που θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έργα του.Η ενδοσκοπική αφήγηση και το οξύ πνεύμα του έργου συνεισφέρουν με μια συναρπαστική σκέψη στα δικά μας ταξίδια αυτογνωσίας καθώς ο χρόνος αναπόφευκτα περνάει.Κάθε χρόνο, την ημέρα των γενεθλίων του ο Κραπ ηχογραφεί μια μαγνητοταινία με τα σημαντικότερα γεγονότα του περασμένου έτους – πριν από την καινούργια ηχογράφηση ακούει μια παλιότερη. Στα εξηκοστά ένατα γενέθλιά του έρχεται αντιμέτωπος με τις αποφάσεις που πήρε τριάντα χρόνια πριν.Οι μαγνητοταινίες του παρελθόντος δημιουργούν το παρόν και παράλληλα ανασυνθέτουν το παρελθόν. Οι χρόνοι συνυπάρχουν, ο Κραπ, μέσω αυτών, συνομιλεί με τον νεότερο εαυτό του που στέκεται απέναντί του – αυτοί οι δυο καλούνται να συνυπάρξουν.Στα 39 του ο Κραπ είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τα πάντα και να αφοσιωθεί στην καριέρα του και στο έργο του, θεωρώντας ότι είχε βρει τον σκοπό της ζωής του. Στα 69 του είναι αποτυχημένος και μόνος. Πόσο άδειες και χωρίς νόημα μπορεί να είναι οι μεγάλες αποφάσεις που παίρνουμε στη ζωή μας;Ακούγοντας στο ηχητικό του ημερολόγιο τη χρονιά που αποτέλεσε σταθμό στη μετέπειτα ζωή του, βυθίζεται στη φωνή του απ’ το παρελθόν, που τώρα μοιάζει ξένη. Η φωνή αυτού του «άλλου» τού υπενθυμίζει τις άσκοπες αποφάσεις του, τον αποκλεισμό από τη ζωή του του έρωτα και των συγκινήσεών της. Όποιος κι αν ήταν κάποτε ο Κραπ, ο άντρας που έχει αδυναμία στις μπανάνες και στο αλκοόλ, αυτός που στέκεται μπροστά μας είναι γεμάτος τύψεις επειδή η θνητότητα τον πλησιάζει και το σύνολο της ζωής του δεν είναι όσο πλούσιο θα μπορούσε να είναι. Κουνάει το κεφάλι του καθώς ο νεότερος εαυτός του μονολογεί. Ακούει με ένα προσωπικό, βαθύ ενδιαφέρον ή αρνείται να ακούσει, από θυμό ή πόνο. Αν μπορούσε να γυρίσει πίσω, όταν ήταν 39 χρονών, ίσως να έκανε τα πράγματα διαφορετικά.Ο μονόλογος μετατρέπεται σε μια υπαρξιακή συνάντηση με τους παλιούς εαυτούς και τις πολλές φωνές που ενσωματώνουμε μέσα μας όλη μας τη ζωή, και ανασύρουν τον ρομαντικό εαυτό μας, τη λαχτάρα, τη λύπη αλλά και την απελπισία που ακολουθεί.Ο Μπέκετ έγραψε το έργο το 1958, σε ηλικία 52 ετών, κάπου μεταξύ του νεότερου και του μεγαλύτερου Κραπ, για τον Ιρλανδό ηθοποιό Πάτρικ Μαγκί (τον αγαπημένο, κατά πολλούς, ηθοποιό του Μπέκετ), και αρχικά είχε τον τίτλο «Μονόλογος για τον Μαγκί». Ο Μπέκετ εμπνεύστηκε το έργο ακούγοντας τον Μαγκί να διαβάζει αποσπάσματα από τα έργα «Μολλόι» και «Από ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι» στο Τρίτο Πρόγραμμα του BBC, τον Δεκέμβριο του 1957.Σε γράμμα του προς τον Λονδρέζο βιβλιοπώλη Τζέικ Σβαρτς στις 15 Μαρτίου 1958 έγραψε ότι είχε «τέσσερις εκδοχές, δακτυλογραφημένες, με άφθονες σημειώσεις και βρόμικες διορθώσεις ενός σύντομου θεατρικού μονολόγου που μόλις έγραψα (στα αγγλικά) για τον Πατ Μαγκί. Αυτό συντέθηκε στη γραφομηχανή από ένα σωρό παλιές σημειώσεις, οπότε δεν έχω χειρόγραφο να σας προσφέρω».Ο Κραπ ονομαζόταν απλώς «Α» στο πρώτο προσχέδιο. Το όνομα Κραπ, με τις περιττωματικές του συνδηλώσεις, είχε χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν από τον Μπέκετ. Στο πρώτο του έργο, «Ελευθερία» (μη σκηνοθετημένο και αδημοσίευτο όσο ζούσε), που χρονολογείται από το 1947, ο πρωταγωνιστής είναι ο Βίκτορ Κραπ, ένας νεαρός άνδρας που αποφάσισε να αποσυρθεί από τη ζωή και να μην κάνει τίποτα. Έχει περιγραφεί ως ένας κουρασμένος από τον κόσμο αντιήρωας, ένας αποτυχημένος συγγραφέας, και αποτελεί ένα σαφές πρωτότυπο για τον μεταγενέστερο Κραπ.Ο Αντώνης Αντωνόπουλος σκηνοθέτησε και ερμήνευσε τον μονόλογο του Μπέκετ «Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» το 2016 και υπογράφει τη μετάφραση με τον Δημήτρη Καραντζά.
Η Λουκία Μιχαλοπούλου διαβάζει ένα από τα πιο διάσημα ποιήματα της Σίλβια Πλαθ, που γράφτηκε στις 12 Οκτωβρίου 1962, στο διαμέρισμά της στο Λονδίνο, όπου είχε μετακομίσει με τα δυο της παιδιά, έναν μήνα μετά τον χωρισμό της από τον Τεντ Χιουζ και τέσσερις μήνες πριν από την αυτοκτονία της.Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά μετά τον θάνατό της στη συλλογή ποιημάτων «Ariel» και είναι ένα από τα πιο ανθολογημένα ποιήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας. Στα ελληνικά το μετέφρασε η Νανά Ησαΐα.Σε αυτό το σκοτεινό, δραματικό και εξομολογητικό ποίημα η φιγούρα του πατέρα της, του Ότο Πλαθ, ενός άντρα που πέθανε το 1940 από επιπλοκές μετά τον ακρωτηριασμό του ποδιού του, στοιχειώνει τις αναμνήσεις της. Αν και ο Ότο πέθανε όταν η κόρη του ήταν οκτώ ετών, η επιρροή στο έργο της ήταν διαρκής, εμπνέοντας τελικά την πικρή της επίθεση εναντίον του με το ποίημα «Daddy».Από την εξιδανίκευση, η Πλαθ προχωρά στην πλήρη αποδόμηση αυτού που έβλεπε σαν θεό· πλέον για εκείνη είναι σαν τον διάβολο, σαν βρικόλακας. Βλέπει εκείνον σαν Άριο, τον εαυτό της σαν Εβραία κρατούμενη σε στρατόπεδο. Η Πλαθ χρησιμοποιεί αυτήν τη μεταφορά για να εκφράσει τη σχέση της μαζί του. Σε αυτόν αποδίδει τα ανεπούλωτα τραύματα που την οδήγησαν στην επίσης τραυματική σχέση της με τον Τεντ Χιουζ, με τον οποίο ήταν παντρεμένη επτά χρόνια.Αν σκότωσα έναν έχω σκοτώσει δυο-Ο βρικόλακας που είπα ότι είσαι εσύ 
Και έπινε το αίμα μου για ένα χρόνοΕφτά χρόνια, αν θέλεις να ξέρεις.Μπαμπά, μπορείς να ξεκουραστείς τώραΗ μεταφράστρια της Σίλβια Πλαθ, Νανά Ησαΐα, γράφει στην εισαγωγή των μεταφράσεων της Πλαθ (εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1974):«… Μέσα στα ποιήματά της ενυπάρχει η εξήγηση του γιατί ο εφιάλτης δεν μπορεί παρά να υπερισχύσει. Η ποιήτρια μας λέει συνέχεια σε κάθε της στίχο ότι πιστέψαμε σε ό,τι δεν είμαστε και ότι ξέρουμε πάρα πολύ λίγο το τι είμαστε στ’ αλήθεια. Μπροστά σε όλες τις ψεύτικες κατασκευές μας, η Σίλβια Πλαθ μας φωνάζει ότι είναι προτιμότερη η αλήθεια του θανάτου γιατί εκεί, τουλάχιστον, υπάρχει η βεβαιότητα μιας αληθινής εμπειρίας. Μπροστά στον θάνατο δεν υπάρχουν περιθώρια για πολύπλοκες σκέψεις, ξένες προς εμάς, και αστήρικτες φιλοσοφίες. Δεν υπάρχουν πια για τίποτα περιθώρια…»Η Σύλβια Πλαθ, σε μια συνέντευξή της στο BBC, μιλώντας για το ποίημα, είπε:«Το ποίημα το απαγγέλλει ένα κορίτσι με το σύμπλεγμα της Ηλέκτρας. Ο πατέρας πέθανε, ενώ εκείνη πίστευε πως ήταν Θεός. Η περίπτωσή της περιπλέκεται λόγω του ότι ο πατέρας της ήταν ναζί και η μητέρα της πιθανότατα εν μέρει Εβραία. Στην κόρη, οι δύο αυτές καταβολές ενώνονται και εξουδετερώνουν η μία την άλλη – πρέπει να αναπαραστήσει αυτήν τη φριχτή μικρή αλληγορία μία φορά ακόμα προτού απελευθερωθεί από αυτήν».Πριν από μερικά χρόνια το FBI δημοσίευσε κάποια αρχεία τα οποία λύνουν πολλές παρεξηγήσεις σχετικά με τον Ότο Πλαθ που, εξαιτίας των αμφιλεγόμενων μεταφορών του Ολοκαυτώματος που χρησιμοποιεί η Σίλβια Πλαθ στο «Daddy», πολλοί πιστεύουν ότι είχε σχέσεις με τον ναζισμό. Ο Ότο Πλαθ, που γεννήθηκε το 1885 στην ανατολική Πρωσία, μετανάστευσε στις ΗΠΑ σε ηλικία 15 ετών, το 1900. Στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια όπου εργαζόταν ως καθηγητής είχε πέσει θύμα διακρίσεων – απορρίφθηκε από μια επιστημονική θέση λόγω του τόπου γέννησής του. Δεν υπήρξαν κατηγορίες εναντίον, του αλλά ήταν πάντα ύποπτος για φερόμενες «φιλογερμανικές» συμπάθειες. Είχε πει στους ερευνητές του FBI ότι «κάποια πράγματα είναι σάπια στη Γερμανία, αλλά όχι όλα· ο γερμανικός λαός και ο χαρακτήρας του δεν είναι εντελώς σάπιοι».Η πρώτη ποιητική συλλογή της Σίλβια Πλαθ, ο «Κολοσσός», εκδόθηκε στην Αγγλία το 1960. Παλεύοντας με την ψυχική ασθένεια, έγραψε τον «Γυάλινο κώδωνα» («The Bell Jar», 1963), το μοναδικό μυθιστόρημά της, το οποίο βασίστηκε στη ζωή της και έχει θέμα την ψυχική κατάρρευση μιας νεαρής γυναίκας. Η Πλαθ δημοσίευσε το μυθιστόρημα με το ψευδώνυμο Βικτόρια Λούκας. Έγραψε, επίσης, τα ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή «Άριελ» («Ariel», 1965), που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό της.
Το 2009 η Λένα Κιτσοπούλου έγραψε τη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α., μια κωμικοτραγική θεώρηση της φιλοσοφίας της ζωής, έναν μονόλογο για μια περίεργη τριανταεπτάχρονη γυναίκα που κολυμπάει μέσα σε άλυτα καθημερινά προβλήματα. Η παράσταση ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο και τη σκηνοθέτησε η συγγραφέας, που ήδη είχε εκδώσει την πρώτη της συλλογή διηγημάτων, τις «Νυχτερίδες», και είχε τιμηθεί με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω»· τη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. υποδύθηκε μια επίσης ιδιαίτερη καλλιτέχνιδα του ελληνικού θεάτρου, η Μαρία Πρωτόπαππα, μια ηθοποιός των ημιτονίων που μπήκε στο έργο και έδωσε νόημα στις μαύρες περιοχές του. Με το φανελάκι της, μέσα σε ένα κουζινάκι, έδωσε μια αλησμόνητη ερμηνεία. Δεκάξι χρόνια αργότερα, η Λένα Κιτσοπούλου μπήκε στο στούντιο της LiFO για να διαβάσει αποσπάσματα από ένα από τα ωραιότερα φεμινιστικά κείμενα που έχουν γραφτεί από Ελληνίδα συγγραφέα, με την ίδια να είναι η μόνη που παραμένει πιστή σε αυτό που θέλει να εκφράσει, να έχει διατηρήσει τη μοναδική και ενοχλητική γλώσσα της και να έχει ξεσηκώσει κατά καιρούς θύελλα με τη θεματολογία, το ύφος και τη ματιά της. Άλλοι τη λένε αιρετική, εγώ θα την αποκαλούσα τόσο ωμή και ρεαλιστική που καταλήγει να είναι ποιητική. «Άλλοτε σε φωνάζουν Μαρία, άλλοτε Μαίρη, άλλοτε Μάρω, κι άλλοτε Μαράκι. Άλλος σε βλέπει ως κυρα-Μαρία η ψιλικατζού κι άλλος ως μάνα του Θεού ή ό,τι γουστάρει ο καθένας. Εσύ τι είσαι; Τα υποκοριστικά των άλλων; Τα βλέμματα των άλλων; Ή τα συμπεράσματά τους για σένα; Ακόμα και ο εαυτός σου σε βλέπει σαν λίγο καλύτερο από αυτό που είσαι. Ή, ώρες ώρες, πολύ χειρότερο. Εσύ τι είσαι πραγματικά; Μήπως μια χιλιοτρυπημένη βάρκα, ξέμπαρκη σε ένα παλιό λιμανάκι, που γράφει στο πλάι με ξεθωριασμένα γράμματα ΜΑΙΡΟΥΛΑ και σε τραβάει φωτογραφία ο κάθε τουρίστας για να λέει “πέρασα κι εγώ από δω”;» γράφει η Λένα Κιτσοπούλου Ποια είναι η Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. και τι σημαίνει αυτό το όνομα, γραμμένο με αυτό τον τρόπο; Περίεργη αυτή η γυναίκα. Τριάντα εφτά χρονών, τίποτα δεν της λείπει, oύτε η χαρά ούτε ο πόνος. Κι όμως, δεν είναι πολύ στα καλά της. Θέλει να αφήσει πίσω της ό,τι τη βασανίζει, τα υπαρξιακά και τα καθημερινά: αρρώστιες, θάνατο και γηρατειά, έρωτες και μοναξιά, κοινόχρηστα και ψώνια στο σούπερ μάρκετ, παραγγελίες πίτσας και κηδειόσημα, ψυχαναλυτές, χαπάκια, ευρουλάκια και μεταλλαγμένα κοτόπουλα. Αποφασίζει να αλλάξει ζωή. Ή μάλλον, κόσμο. Μια μαγική εικόνα ζητά μόνο. Μια κωμικοτραγική φιλοσοφία ζωής. Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. θα πει Μην Αντιστέκεσαι, Ισοπεδώσου, Ρίξε Ολοκληρωτικό Ύπνο, Λυτρώσου, Αυτοκτόνα. Είναι το θαυματουργό χάπι που παίρνεις μια και τελειώνεις. Κατά βάθος η Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α., με τη δηκτική της ματιά, είναι μια συγκινητική κατάδυση σε έναν απάνθρωπο, βίαιο κόσμο όπου δεν έχει θέση το αυθεντικό, η μοναδικότητα ισοπεδώνεται και οι σχέσεις εργαλειοποιούνται και καταναλώνονται. Μέσα από τη φεμινιστική, δηκτική, αλλά, πάνω απ’ όλα, ανθρώπινη ματιά της διατρέχει τη σύγχρονη, σχεδόν απάνθρωπη πραγματικότητα όπου ο έρωτας, η αγάπη και τα αυθεντικά συναισθήματα δεν έχουν κάποια θέση. Ο άντρας που περιμένει είναι το πρόσχημα για να μιλήσει για τα ανεκπλήρωτα όνειρα, την πλήξη της ομοιομορφίας με τις πανομοιότυπες συμπεριφορές, τα κλισέ λόγια και την αθεράπευτη μοναξιά της σε μια ζωή πληκτική που γεμίζει από ψεύτικες υποσχέσεις και μια ανιαρή καθημερινότητα. Η Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. είναι μια γυναίκα παθιασμένη που δεν βρίσκει τόπο να εκφραστεί και δεν έχει άλλο χρόνο να ζητήσει και να δώσει.​
… Είναι η αγάπη φονικό που ζωντανό σε αφήνειΕίναι η αγάπη ξενιτιά που παίρνει το παιδί σου,Μα κάθε μέρα καρτερεί μη και γυρίσει πίσωΕίν’ η αγάπη χείμαρρος που χυμά και σε συντρίβει   Είν’ η αγάπη όνειρο που θέλεις για να τρέξεις,μα απ’ τη γη τα πόδια σου δεν λεν να ξεκολλήσουν.Αγάπη είναι ν’ αγαπάς όποια πληγή σού ανοίγει,Αγάπη είναι η μοναξιά που πρέπει στον καθένα,Αγάπη είναι να κοιτάς την πόρτα ολοέναΑγάπη είναι να μιλάς στα φύλλα και στα δέντρα,Στις πέτρες, στα τριαντάφυλλα, στους τοίχους, στα ταβάνια…Από μια θρυλική παράσταση, την «Γκόλφω», σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, έρχονται αυτοί οι στίχοι της Λένας Κιτσοπούλου. «Η Λένα είχε φέρει τρεις σελίδες με στίχους για να διαλέξουμε», λέει η Λυδία Φωτοπούλου, ενώ ετοιμάζεται με τον συνθέτη Άγγελο Τριανταφύλλου στο στούντιο της LiFO.Αυτή είναι η πρώτη φορά που καταγράφεται καθαρά με τη μουσική που το συνοδεύει αυτό το μικρό διαμάντι, αυτό το ποίημα αγάπης που είπαμε ότι θέλουμε να έχουμε στις «Αναγνώσεις».Στην ορμητική «Γκόλφω» του Καραθάνου, στο Rex, η Λένα Κιτσοπούλου προσθέτει αυτούς τους στίχους που η Λυδία Φωτοπούλου τους λέει με δύναμη και δέος, σύγκορμη, τολμηρά. Στην ούτως ή άλλως πολύφυλλη γλώσσα του Περεσιάδη (κισσός πάνω από πηγή βουνού), η Λένα προσθέτει έναν αντίλαλο πόλης: «Ώστε λοιπόν και τα παλιόπαιδα του Κέντρου χάνονται στο δάσος της αγάπης. Απ’ την αγάπη δεν γλιτώνει κανείς – ούτε καν το κτήνος που ξέγραψε ο θεός... Συστήνω να το δείτε», έγραφε ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος το 2013 στο editorial της LiFO, δύο μέρες μετά την πρεμιέρα.Για την ιστορία, ο Γιάννης Χουβαρδάς είχε βάλει γενικό τίτλο στο Εθνικό «Τι είναι η πατρίδα μας;». Στην κουρασμένη και μελαγχολική Αθήνα του 2013 και της κρίσης, ο νυχτερινός εφιάλτης της Γκόλφως ή το πανηγυρικό της ρέκβιεμ, αυτή η εικόνα μιας κοινωνίας με κοινή καταγωγή, έγινε μια γιορτή μαυροντυμένη. Ίσως ποτέ άλλοτε μια γιορτή πένθους τόσο μαύρη, ρομαντική και υποχθόνια, αθώα και σουρεαλιστική δεν κινητοποίησε ψυχικά και δεν ξύπνησε τόσο καταλυτικά τις αισθήσεις του κοινού, που το ανέβασε σε ξέφωτα και λαγκάδια και βουνοκορφές απάτητες και το βύθισε σε αισθήματα μύχια.Η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου έφτιαξε αυτά τα πελώρια μαύρα λιθάρια, τις μαύρες φουστανέλες, ο Άγγελος Τριανταφύλλου δημιούργησε ένα πράγμα καθαρό με τους ήχους. σαν ταξίδι ανακάλυψης.«Γράφαμε στίχους, όλοι οραματίζονταν αυτά τα βουνά και έβρισκαν μέσα τους λέξεις κάπου βαθιά αποθηκευμένες, σαν ρεμπέτικο, σαν δημοτικό, σαν λαϊκό, έχωναν βαθιά το χέρι στο στομάχι και τις έβγαζαν. Έγραψαν στίχους ο Άγγελος και η Λένα Κιτσοπούλου», λέει ο Νίκος Καραθάνος στη LiFO. «Το ζητούσε το έργο το κομμάτι αυτό, το “Είναι η αγάπη”. Είναι η συνέχεια ενός μονολόγου, χορικό πες το καλύτερα. Ξέρεις, όταν βρούμε μέσα μας μια αρχή, το να μιλήσει μέσα μας το πλήθος όλων των ανθρώπων είναι εύκολο και θαυμαστό για τον Έλληνα. Και πάντοτε, μα πάντοτε, σηκώνεται ο κόσμος όρθιος. Και λες, αλήθεια συμβαίνει αυτό; Τόσο πολύ μπορούμε να εκφραστούμε συλλογικά; Μιλάς σε πληθυντικό αριθμό, υπάρχουμε όλοι μαζί».«… Αυτές είναι από τις λίγες στιγμές που το θέατρο είναι όπως πρέπει, ένα δώρο που στέκεσαι μπροστά του και το ανοίγεις. Αυτό μου ήρθε από τις βόλτες που κάναμε στο βουνό με τον πατέρα μου και δεν μιλάγαμε. Όλο το θέατρο υφαίνεται σε ένα πέπλο ησυχίας. Οι στιγμές που υπάρχουμε μαζί χωρίς να λέμε τίποτα. Έψαχνα φωτογραφίες του πατέρα μου, τον έβλεπα στο χωριό να χορεύει με τα αδέλφια του και απλώς να υπάρχουν. Απλώς να είμαστε ο ένας με τον άλλο.Όταν κάνεις τέτοια πράγματα, ξεχνάς τι δυσκολίες έχεις, όλα είναι ευλογημένα.Δεν είχα κανένα ζητούμενο επιτυχίας, ούτε το είχα σκεφτεί, ούτε με φόβιζε όσο άλλα πράγματα. Ήταν η στιγμή μέσα στη μαυρίλα της χώρας που ζήταγες κάτι τόσο καθαρό, την ένιωθες την ανάγκη μέσα στα ψέματα που λέμε ο ένας στον άλλο. Κάποια στιγμή, είτε έργο είναι είτε ζωή, ζητάς κάτι καθαρό», λέει ο Νίκος Καραθάνος.
Σε αυτήν τη σειρά ακούμε από το βιβλίο του «Επιτάφιος Θρήνος» την έξοχου ύφους και λεπτότητας «Δασκάλα». Από τη «Σαρκοφάγο» τα «Λιμενικά Λουτρά», ένα κομψοτέχνημα που εξερευνά την ανθρώπινη μοναξιά, την αναζήτηση της συντροφικότητας και την ερωτική επιθυμία σε λαϊκούς χώρους, μακριά από τα κοινωνικά πρότυπα. Ακούμε επίσης το «Τζέλτεν», ένα road trip του συγγραφέα στην έρημο της Λιβύης, και από την πρώτη του συλλογή, το «Για ένα φιλότιμο» (1964), με την οποία ο Ιωάννου εγκαινιάζει τη βιωματικής γλώσσας πεζογραφία του, την οποία δεν έπαψε να πρεσβεύει και να καλλιεργεί, τον αριστουργηματικό «Μπάτη». Η ανάγνωση συμπληρώνεται από τις «Νεροφίδες» που γράφτηκαν το 1973 και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Τραμ» τον Ιούλιο του 1976.Ο Αργύρης Ξάφης, που ήρθε για πρώτη φορά με το έργο αυτού του σπουδαίου και παραγνωρισμένου σήμερα συγγραφέα, γοητευμένος από το ύφος τη γλώσσα και τον κόσμο του, από το πόσο «μοντέρνος» είναι, απάντησε γενναιόδωρα «θα τα διαβάσω όλα». Ιδού, λοιπόν, αυτός ο συγγραφέας έρχεται ξανά κοντά μας μέσα από μια νέα φωνή που μας μυεί στην απόλαυση της ανάγνωσης «διαμαντιών» της ελληνικής πεζογραφίας και μας δίνει ένα σήμα πώς αν σταθούμε, σκύψουμε και διαβάσουμε ή ξαναδιαβάσουμε τον Γιώργο Ιωάννου θα ανακαλύψουμε έναν θησαυρό των ελληνικών γραμμάτων με ιστορίες στοχαστικές, σχεδόν αθόρυβες, σπάνιες, σαν παύση στον βιαστικό και βίαιο καιρό μας.Πόσο βιωματική είναι η πεζογραφία του Ιωάννου; Απαντά ο ίδιος: «Λέγοντας λοιπόν βιωματική, εννοώ τη λογοτεχνία εκείνη που αντλείται από προσωπικά βιώματα του συγγραφέα [...]. Τα βιώματα πάλι δεν είναι μονάχα εκείνα που προέρχονται από την εμπειρία, αλλά και οι φαντασιώσεις και οι ισχυρές πνευματικές καταστάσεις που έχει ζήσει ο άνθρωπος [...]. Ανακουφίζομαι γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο. Είναι για μένα κάτι σαν ψυχολογική ανάγκη. Ωστόσο τα περισσότερα από αυτά που γράφω δεν είναι βιογραφικά και δεν συνέβησαν ακριβώς έτσι, όπως μεταφέρονται στο χαρτί. Άλλωστε, στα πεζογραφήματά μου υποδύομαι και πολλά πρόσωπα που θα ήθελα να είμαι».«… Ο Ιωάννου ήταν ο διαβάτης που σύχναζε σε καφενεία, στις αγορές, στα καπνισμένα σινεμά, σε απόμερες περιοχές, ισότιμος των αρσενικών αλλά και κυνηγός. Η αναζήτηση αυτή δεν είχε μόνον σχέση με τον Άλλο αλλά με την ίδια την περιπέτεια, τη λατρεία των χώρων, τις μνήμες των τόπων, την περιδιάβαση στις σκιές και τις θολές περιοχές της ιστορίας των ανωνύμων…», γράφει ο Θόδωρος Γρηγοριάδης.Σε έναν τιμητικό τόμο για τον Γιώργο Ιωάννου που κυκλοφόρησε το 2005 από τον Κέδρο γράφει για τον συγγραφέα: «Είναι ο πεζογράφος που αυτοβιογραφήθηκε, μιλώντας ψιθυριστά, τρυφερά, εξομολογητικά για τους άλλους, συνθέτοντας τη μυθιστορία των ταπεινών. Είναι από τους λίγους λειτουργούς που μας έρχονται από τα χρόνια εκείνα, όπου το κάθε πεζογράφημα, απολεπισμένο από τα ιδιωτικά οράματα και τον συγγραφικό ναρκισσισμό, εμπεριείχε μόχθο συλλογικό και αποτύπωνε ουσία. Κι είναι επίσης ένας ευφυής παραμυθάς που αξιώθηκε όσο ελάχιστοι να υποτάξει λειτουργικά την πρωτοπρόσωπη αφήγηση στην αντικειμενική ιστόρηση, πλάθοντας ένα Εγώ λιωμένο στο Εμείς»… γράφει η Σταυρούλα Παπασπύρου στη στήλη «Πίσω Ράφι» της LiFO.Λίγα λόγια για τον Γιώργο ΙωάννουΟ ποιητής και πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες με καταγωγή από την Ανατολική Θράκη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή και εργάστηκε ως καθηγητής σε ιδιωτικά σχολεία της Αθήνας και της επαρχίας, μέχρι τον διορισμό του στη δημόσια μέση εκπαίδευση. Το 1962 στάλθηκε από την υπηρεσία του στη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου ίδρυσε ελληνικό γυμνάσιο.Πρώτο βιβλίο του, η μικρή ποιητική συλλογή «Ηλιοτρόπια» (Θεσσαλονίκη, 1954). Η δεύτερη συλλογή του, «Τα χίλια δέντρα», εκδόθηκε το 1963 («Διαγώνιος»). Το 1964 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο πεζογραφημάτων με τίτλο «Για ένα φιλότιμο» και από τότε αποφάσισε να αφοσιωθεί σχεδόν αποκλειστικά στην πεζογραφία. Ακολούθησαν: «Η σαρκοφάγος» (1971), «Η μόνη κληρονομιά» (1974), «Το δικό μας αίμα» (1978), «Επιτάφιος θρήνος» (1980), «Ομόνοια» (1980), «Κοιτάσματα» (1981), «Πολλαπλά κατάγματα» (1981), «Εφήβων και μη» (1982), «Καταπακτή» (1982), «Εύφλεκτη χώρα» (1982) και «Η πρωτεύουσα των προσφύγων» (1984), που αποτέλεσε το τελευταίο πεζογραφικό έργο του. Εξέδωσε επίσης το θεατρικό έργο για παιδιά «Το αυγό της κότας» (1981) που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο. Μετά τον θάνατό του εκδόθηκε και το παιδικό ανάγνωσμα «Ο Πίκος και η Πίκα» (1986).Παράλληλα, ασχολήθηκε και με τα δημιουργήματα του λαϊκού λόγου. Εξέδωσε, με εισαγωγές, σχόλια και γλωσσάρια, τις παρακάτω εργασίες: «Τα δημοτικά μας τραγούδια» (1966), «Μαγικά παραμύθια του ελληνικού λαού» (1966), «Παραλογές» (1970), «Καραγκιόζης» (1971-1972, τόμοι 3), «Παραμύθια τού λαού μας» (1973). Τα κείμενα των συλλογών επιλέχθηκαν με λογοτεχνικά κριτήρια.Μετέφρασε και σχολίασε την τραγωδία του Ευριπίδη «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» (1969), το ΧΙΙ βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας, που έχει τον τίτλο «Στράτωνος Μούσα Παιδική» (1980), καθώς και το ιστορικό δοκίμιο του Τάκιτου «Γερμανία» (1981). Το 1985 εκδόθηκαν τα δοκίμιά του για τον Παπαδιαμάντη, τον Καβάφη και τον Λαπαθιώτη με τίτλο «Ο της φύσεως έρως» και το 1996 οι συνεντεύξεις του (1974-1985), με τίτλο «Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής».Ήταν βασικός συνεργάτης του περιοδικού «Διαγώνιος» (1958-1965), εξέδιδε το περιοδικό «Φυλλάδιο», το οποίο έγραφε ολόκληρο μόνος του (1978-1985, τεύχη 1-8), και συνεργάστηκε με το μαθητικό περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά» (1976-1982). Το 1982 κυκλοφόρησε από τη Lyra ο δίσκος βινυλίου «Κέντρο διερχομένων» με στίχους δικούς του και μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη.Η συνεργασία του με ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά ήταν πολύ τακτική. Ποιήματά του καθώς και πεζογραφήματά του μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν σε αγγλικά και γαλλικά περιοδικά.Το 1979 του απονεμήθηκε το Α´ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το «Δικό μας αίμα».Ο Γιώργος Ιωάννου θεωρείται εισηγητής του σύντομου πεζογραφήματος που ταξινομείται μεταξύ του δοκιμίου και της αφήγησης των ψυχικών περιπετειών του ομιλούντος προσώπου. Το νέο αυτό λογοτεχνικό είδος καθώς και οι γενικότερες αισθητικές αρχές του Γιώργου Ιωάννου άσκησαν σημαντική επίδραση στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Ο λόγος του έχει προέλευση βιωματική. Υποστήριζε ότι καλή λογοτεχνία δεν μπορεί να γραφτεί όταν ο λόγος δεν έχει βιωματικό βάρος και ο λογοτέχνης δεν τον έχει ψηλαφίσει με την ψυχή του και το πνεύμα του. (πηγή: εκδόσεις Κέδρος).Αφιερώνουμε την ανάγνωση στη Φανή Ξάφη.
Από όλους τους ενδιαφέροντες λαούς του αρχαίου κόσμου, φαίνεται ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ασκούν μια ιδιαίτερη γοητεία στον σύγχρονο κόσμο. Κατεστραμμένα μνημεία καλυμμένα με μια συναρπαστική γραφή, πελώριοι ναοί και πυραμίδες, και απίστευτα αρχαιολογικά ευρήματα: αυτά συνθέτουν το μυστήριο που περιβάλλει μια πραγματικά παλιά κοινωνία που έχει εν πολλοίς εκλείψει. Οι περισσότεροι Αιγύπτιοι ζούσαν μια σχετικά απλή ζωή, αγαπούσαν τη χώρα τους και πίστευαν ότι ήταν το καλύτερο μέρος επάνω στη Γη. Την αποκαλούσαν Κεμέτ ή Μαύρη Γη, αναφερόμενοι στο πλούσιο γόνιμο έδαφος στις όχθες του ζωτικού ποταμού της, ο οποίος διασχίζει μακρινές περιοχές στον βορρά και φτάνει μέχρι τον νότο, για να χυθεί τελικά σε μια μεγάλη θάλασσα.Σε σύγκριση με την αρχαία Αθήνα και τη Ρώμη, άλλους δύο σπουδαίους πολιτισμούς του αρχαίου κόσμου, η Αίγυπτος δεν μας έχει αφήσει πολλά και διαφορετικά κείμενα τα οποία θα μας βοηθούσαν να κατανοήσουμε σε βάθος οτιδήποτε σχετικό μπορεί να μας ενδιαφέρει. Ο μέσος Αιγύπτιος ήταν αναλφάβητος και τα περισσότερα κείμενα που σώζονται σήμερα αφορούν βασιλικά, θρησκευτικά και ταφικά θέματα. Ωστόσο, έχουν φτάσει στα χέρια μας αρκετά στοιχεία τα οποία επιτρέπουν στους αιγυπτιολόγους να απεικονίσουν με εύλογο τρόπο τις διάφορες πτυχές του πολιτισμού της Αιγύπτου, μαζί με ποικίλες σκόρπιες προσωπικές επιστολές και πραγματείες για θέματα όπως η ιατρική. Η πρακτική της ζωγραφικής ή της λάξευσης σκηνών της καθημερινής ζωής στους τοίχους των τάφων της ελίτ –οράματα μιας μεταθανάτιας ζωής σε μια τελειοποιημένη εκδοχή του κόσμου στον οποίο ζούσαν όσο ήταν ζωντανοί– έχει βοηθήσει πάρα πολύ τους μελετητές. Το ίδιο ισχύει και για το έθιμο σύμφωνα με το οποίο οι αρχαίοι Αιγύπτιοι τοποθετούσαν στους τάφους φαγητά, ρούχα, έπιπλα και άλλες προμήθειες. Επίσης, έχουν σωθεί μερικά εγκαταλειμμένα χωριά που είχαν χτιστεί για να διευκολυνθεί η διεξαγωγή έργων όπως η κατασκευή πυραμίδων και βασιλικών τάφων. Οι ανασκαφές σε αυτά έχουν φέρει στο φως σημαντικά και πολύτιμα στοιχεία που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τον τρόπο ζωής τους. Ο αρχαιολόγος και συγγραφέας DonaldP. Ryan έχει βασιστεί στα ευρήματα ανασκαφών από κάθε περιοχή της Αιγύπτου για να δημιουργήσει 24 ιστορίες από την καθημερινή ζωή των αρχαίων Αιγυπτίων – φανταστικές ιστορίες με ανθρώπους κάθε ιδιότητας και κοινωνικής τάξης που θα μπορούσαν, όμως, να είναι αληθινές.  Εδώ ακούσετε δύο από αυτές.Το βιβλίο του DonaldP. Ryan «24 ώρες στην Αρχαία Αίγυπτο, περνώντας μια μέρα με τους κατοίκους της» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οξύ σε μετάφραση της Ιωάννας Χονδρού.Εκφώνηση: Μαρία Δρουκοπούλου
Το 2015 ξέσπασε σάλος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γύρω από ένα φόρεμα. Οι μισοί το περιέγραφαν ως μπλε με μαύρο, ενώ οι άλλοι μισοί ως λευκό με χρυσό. Αυτό φυσικά έδειξε αφενός πόσο υποκειμενικό είναι το χρώμα, αφετέρου πόση αμηχανία νιώθουμε όταν πρέπει να ορίσουμε μια απόχρωση. Συχνά ξεχνάμε πόσο σημαντικό είναι το χρώμα στη ζωή μας. Αν όμως σκεφτούμε τους φωτεινούς σηματοδότες που ρυθμίζουν την κυκλοφορία, αν προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για τα μάτια ενός αγαπημένου μας προσώπου, καταλαβαίνουμε πόσο καταλυτικό ρόλο έχει στην καθημερινότητά μας.Στο βιβλίο «Τα Χρώματα και οι Μυστικές ζωές τους» της Kassia St Clair αναλύονται εβδομήντα επτά αποχρώσεις που έχουν ενταχθεί στις ευρύτερες κατηγορίες των χρωμάτων του ορατού φάσματος. Από το nude φόρεμα της Μισέλ Ομπάμα μέχρι το καφέ στις στρατιωτικές στολές που άλλαξαν τον τρόπο που διεξάγονται οι μάχες, από τη γαλάζια περίοδο του Πικάσο μέχρι την ώχρα που χρησιμοποιούσε ο παλαιολιθικός άνθρωπος στα τοιχώματα των σπηλαίων -όλες αυτές οι συναρπαστικές ιστορίες φωτίζουν αθέατες πλευρές των χρωμάτων και μας μυούν στη γοητεία τους. Μέσα από ιστορίες συναρπαστικές έως και απίστευτες κάνει μια μελέτη πάνω στην αλληλένδετη σχέση μεταξύ ανθρώπινης ιστορίας και χρώματος.Αυτή είναι η ιστορία των πιο βασικών αποχρώσεων του κόκκινου, ένα χρώμα που επιδρά περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στην ανθρώπινη ψυχή.Το βιβλίο «Τα Χρώματα και οι Μυστικές ζωές τους» της Kassia St Clair κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Ο Άντονι Μπουρντέν, μάγειρας-ταξιδευτής μια ζωή και συγγραφέας του μπεστ σέλερ «Κουζίνα Εμπιστευτικό», ξεκινάει να κάνει τον γύρο του κόσμου. Αλλά μια και πρόκειται για τον Μπουρντέν, δεν υπάρχει περίπτωση να μιλήσουμε για έναν συμβατικό γύρο του κόσμου. Εμπνευσμένος από το «Ανακάλυψη τώρα», ο αποκαλούμενος και «Τζακ Κέρουακ της μαγειρικής» παίρνει τον δρόμο για τη Σαϊγκόν και την Πνομ Πενχ, αλλά τον βρίσκουμε και στο Τόκιο, στην Αγία Πετρούπολη, στην Πορτογαλία, στο Μαρόκο, στο Μεξικό, στο Λονδίνο και στο Εδιμβούργο.Στα ταξίδια του, είτε βρίσκεται σ’ ένα βιετναμέζικο εστιατόριο όπου οι πελάτες διασχίζουν την τραπεζαρία καβάλα σε σκούτερ, είτε σε κάποιο εκπληκτικό πανηγύρι σε ένα απομακρυσμένο χωριό του Μεξικού, είτε παρίσταται σε μεσαιωνικού τύπου χοιροσφάγια στη Βόρεια Πορτογαλία, ανακαλύπτει αδιάκοπα τη μαγική επίδραση του φαγητού και τη δύναμή του να φέρνει τους ανθρώπους κοντά. Το ζητούμενο είναι πάντα η γαστρονομία στην πιο ουσιαστική της διάσταση: την απόλαυση της τροφής. Δεν έχει σημασία αν αυτό γίνεται σε κάποιο εξαιρετικό εστιατόριο ή στην ύπαιθρο όπου οι άνθρωποι τρώνε με τα χέρια. Το θέμα είναι τα αγνά υλικά, η εφευρετική διάθεση, η καλή παρασκευή και η απόλαυση με εγκάρδια παρέα.Το βιβλίο «Η περιπλάνηση ενός μάγειρα» είναι μια συναρπαστική ταξιδιωτική περιπέτεια με στόχο το τέλειο γεύμα, όπου ο πανούργος συγγραφέας επιφυλάσσεται μέχρι το τέλος να αποκαλύψει αν το βρήκε πουθενά και αν τελικά υπάρχει.  Το βιβλίο του Άντονι Μπουρντέν «Η περιπλάνηση ενός μάγειρα» κυκλοφόρησε το 2003 από τις εκδόσεις Νάρκισσος.Διαβάζει ο ηθοποιός Απόστολος Καμιτσάκης
Το δάσος είναι αγαπημένος προορισμός για πολλούς ανθρώπους. Αποτελεί συνώνυμο της γαλήνης και της παρθένας φύσης. Η «Μυστική ζωή των δέντρων» του διακεκριμένου δασολόγου και συγγραφέα Πέτερ Βόλεμπεν, ένα βιβλίο που πρωτοεκδόθηκε στη Γερμανία το 2016 και έχει κυκλοφορήσει σε 35 γλώσσες, ρίχνει φως στην πυκνή βλάστηση του δάσους και εμβαθύνει εντυπωσιακά σε ένα σύμπαν μυστηριώδες και εντελώς άγνωστο για τους περισσότερους. Στο δάσος συμβαίνουν εκπληκτικά πράγματα: τα δέντρα επικοινωνούν μεταξύ τους. Δεν μεγαλώνουν μόνο στοργικά τα μικρά τους, αλλά επίσης φροντίζουν τους ηλικιωμένους και άρρωστους γείτονές τους. Τα δέντρα έχουν μνήμη, ανταλλάσσουν μηνύματα, αισθάνονται πόνο, παθαίνουν εγκαύματα από τον ήλιο και κάνουν ρυτίδες. Κάποια δέντρα, όπως οι βελανιδιές, επικοινωνούν μεταξύ τους με χημικές αρωματικές ουσίες. Όταν, για παράδειγμα, ένα δέντρο δεχτεί επίθεση από έντομα, εκπέμπει αρωματικές ουσίες και όλα τα δέντρα της ευρύτερης περιοχής που λαμβάνουν το μήνυμα αυτό οπλίζονται κατάλληλα... Συνεργάζονται για να επιβιώσουν, έχουν βρει τρόπους να ξεδιψούν και εκπαιδεύονται για να αντέξουν ακόμα και στη χειρότερη ανυδρία. Αυτός είναι ο μηχανισμός επιβίωσης στην ξηρασία, ένα «σχολείο» όπου η βία είναι βασικός παράγοντας, γιατί η φύση είναι αυστηρή δασκάλα. Το βιβλίο «Η μυστική ζωή των δέντρων» του Πέτερ Βόλεμπεν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Γιώτας Λαγουδάκου. Εκφώνηση: Μαρία Δρουκοπούλου​
Για τη λογοτεχνία, τις τέχνες αλλά και τη γραμματολογία, το ενδιαφέρον για το ερωτικό στοιχείο δεν είναι ασφαλώς καθόλου όψιμο, όσο κι αν από γεωγραφικής και πολιτισμικής άποψης τα ερωτικά και σεξουαλικά ήθη μοιάζουν να ποικίλλουν θεαματικά ανά τους αιώνες. Το όργιο είναι ένα οργανωμένο ξέσπασμα ενεργητικότητας, η εκτόνωση της ενέργειας που έχει συσσωρευτεί από την εγκράτεια και τον περιορισμό, και ως τέτοιο τείνει να έχει μια φύση καθαρτική. Κάθε είδος περιορισμού παράγει και τις εντάσεις του. O άνθρωπος βρίσκεται στην άβολη θέση να διαθέτει τόσο πολιτισμένες όσο και ζωικές ροπές που πρέπει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να συμφιλιωθούν, συνήθως εις βάρος των δεύτερων. Όμως η αυξανόμενη πίεση δεν μπορεί να συγκεντρώνεται απεριόριστα και οδηγεί τελικά στην απελευθέρωση από κάθε είδους ένταση, δηλαδή το όργιο. Πολλά όργια δεν χαρακτηρίζονται ως τέτοια. Οι πόλεμοι, από μια άποψη, είναι μια ακραία και δυσάρεστη μορφή οργίου. Χαμηλότερα στην κλίμακα θα συναντήσουμε τους καβγάδες στις φιλικές συντροφιές, τα παιχνίδια των χρηματιστών, τις μικρές συζυγικές απιστίες.Το όργιο υπηρετεί έναν ωφέλιμο σκοπό, όχι μόνο παρέχοντας μια ανακούφιση από την ένταση που προκαλεί η εγκράτεια, αναγκαία ή μη, αλλά και γιατί, από την άλλη, επανενεργοποιεί μια όρεξη για μονότονες εγκράτειες που συνιστούν αναπόφευκτο μέρος της καθημερινής ζωής. Γι’ αυτόν τον λόγο χρησιμοποιήθηκε από τόσο διαφορετικές ομάδες όπως οι πολίτες της Αρχαίας Ελλάδας και (πιο απρόθυμα) από τη μεσαιωνική χριστιανική εκκλησία.Ο Μπούργκο Πάρτριτζ παρακολουθεί την εξέλιξη των οργίων στον δυτικό κόσμο, από τα «παραδοσιακά» όργια των Ελλήνων και των Ρωμαίων, αυτά που γίνονταν στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, τον δέκατο όγδοο αιώνα και στη βικτοριανή Αγγλία, και σε ορισμένους μυστικιστικούς κύκλους των αρχών του αιώνα μας - μέχρι και σε «αδελφότητες» του Ρασπούτιν στην τσαρική Ρωσία και του Άλιστερ Κρόουλι στην Αγγλία και τη Σικελία.Ακολουθεί ένα απόσπασμα για την πρακτική των Ελλήνων κατά την κλασική αρχαιότητα.
Η σχέση μας με τη θάλασσα έχει αλλάξει εντελώς τα τελευταία χρόνια. Τέσσερις δεκαετίες μόνο έχουν περάσει από την εποχή που σχεδόν οτιδήποτε προμηθευόμαστε από αυτήν ως τροφή ήταν άγριο αλίευμα. Σήμερα, η καταστροφική υπεραλίευση μαζί με μια άνευ προηγουμένου επανάσταση στη βιοτεχνολογία μάς έχουν φέρει στο σημείο όπου τα άγρια ψάρια και αυτά που προέρχονται από υδατοκαλλιέργειες καταλαμβάνουν πλέον ίσα μέρη μιας πολύπλοκα δομημένης αγοράς. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν νέο κατακλυσμό, κοντά στο χρονικό σημείο μετά το οποίο οι επόμενες γενιές δεν θα είναι σε θέση να γευτούν ένα αληθινά άγριο ψάρι που κολύμπησε ελεύθερο στη θάλασσα.Στα «Τέσσερα Ψάρια», ο Paul Greenberg, βραβευμένος συγγραφέας και μανιώδης ψαράς από τα παιδικά του χρόνια, καλεί τους αναγνώστες σε ένα επιστημονικό, γαστριμαργικό, οικονομικό και συχνά λυρικό ταξίδι γνωριμίας με τα τέσσερα ψάρια που κυριαρχούν στη διατροφή μας σήμερα − τον τόνο, τον σολομό, το λαβράκι και τον μπακαλιάρο. Εξετάζει την ιστορία τους και διερευνά την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το καθένα σήμερα, επισημαίνοντας πως η ανθρωπότητα εξημερώνει τώρα τους ωκεανούς − όπως έκανε σε περασμένες εποχές με τα χερσαία οικοσυστήματα, τους κάμπους και τα λιβάδια. Τα ψάρια, αποκαλύπτει ο Greenberg, είναι πράγματι «η τελευταία άγρια τροφή στον πλανήτη!»Τα «Τέσσερα Ψάρια» είναι ένα βιβλίο-πλοηγός που μας βοηθά να ταξιδέψουμε στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται σήμερα στις θάλασσες και στο τραπέζι μας και να συνειδητοποιήσουμε τη διαστρεβλωμένη σχέση μας με τον ωκεανό και την άγρια ζωή του. Από τα τέσσερα ψάρια, το λαβράκι είναι αυτό που εκτρέφεται και στα ελληνικά ιχθυοτροφεία, και η ιστορία του έχει μεγάλο ενδιαφέρον.Το βιβλίο του Paul Greenberg «Τέσσερα Ψάρια» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΟΑΝ.
18.Σε μέρα θερινή πώς να σε βάλω πλάι;Την ξεπερνάς σε ομορφιά, σ’ απαλοσύνη∙ Σκορπίζει ο άνεμος τα πέταλα του Μάη,Λίγο διαρκεί το καλοκαίρι κι αργοσβήνει.Το μάτι τ’ ουρανού κάποτε φλόγες βγάζειΚι είναι συχνά θαμπό τ’ ολόχρυσό του χρώμα∙ Ό, τι είναι όμορφο απ’ την ομορφιά του αδειάζει,Στου κύκλου τα γυρίσματα πέφτει στο χώμα.Αιώνιο θα ’ναι το δικό σου καλοκαίρι,Θα σου ανήκει πάντοτε η ομορφιά σου,Μες στη σκιά του ο Θάνατος δε θα σε φέρει,Σ’ αιώνιες γραμμές φέγγει η συνέχειά σου.         Όσο οι ανθρώποι ζουν, το μάτι όσο αντικρίζει,         Θα ζει το ποίημα αυτό ζωή να σου χαρίζει.  20 Γυναίκας πρόσωπο βαμμένο από τη φύση∙Κύριος κυρία είσαι, πάθος σε καλώ∙Αβρή καρδιά γυναίκας, που όμως δε γνωρίζειΝ’ αλλάζει ολοένα τρόπους και μυαλό.Το μάτι πιο αστραφτερό από εκείνες έχεις,Πιο σταθερό, χρυσό σκορπάει σ’ ό,τι κι αν δει∙Με όψη άντρα, τις όψεις ολωνών ελέγχεις,Κλέβεις αντρών ματιές και γυναικών ψυχή.Γυναίκα να ’σαι η φύση σ’ είχε πρωτοπλάσει,Κι έτσι όπως σ’ έφτιαχνε σ’ αγάπησε τρελά,Και τότε εμένα θέλοντας να ξεγελάσειΠρόσθεσε κάτι άχρηστο για τα καλά.Μ’ αυτό, οι γυναίκες σε ζητούνε ολοένα∙Δίνε ηδονή σ’ αυτές, αγάπη όμως σε μένα. 29 Όταν η Τύχη με χτυπά και οι ανθρώποι.Όταν διωγμένος και κατάμονος θρηνώ,Βγάζω κραυγές προς την ουράνια μετόπη,Τη μοίρα βλαστημώ, με βλέπω και πονώ,Διψώντας να ’χω στη ζωή πλούσιες ελπίδες,Τους φίλους του ενός και του άλλου τη μορφή,Την τέχνη εκείνων, του μυαλού τους τις βαθμίδες,Κι ό, τι έδινε χαρά, τώρα χαρά στυφή∙Κι όπως σχεδόν περιφρονώ τον εαυτό μου,Σε συλλογίζομαι, και τότε αρχινώ, Σαν τον κορυδαλλό μπρος στην πύλη του έβδομουΟυρανού, να τραγουδώ ύμνο εωθινό. Η σκέψη του έρωτά σου με πλουτίζει μόνο.Τη μοίρα μου δε θ’ άλλαζα ούτε με θρόνο. 
Η νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της LiFO. Η Καλλιρρόη Παρούση διαβάζει ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Λίγα λόγια για μένα»  που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος, στο πλαίσιο της σειράς podcasts «Καλοκαιρινές Αναγνώσεις».Επιμέλεια: M. Hulot, Μερόπη Κοκκίνη
Η νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της LiFO. Η Χαρά Ρόμβη διαβάζει το διήγημά το διήγημα «Θεία» από τη συλλογή «Σωτηρία» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, στο πλαίσιο της σειράς podcasts «Καλοκαιρινές Αναγνώσεις». Επιμέλεια: M. Hulot, Μερόπη Κοκκίνη
H νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της LiFO. O Κώστας Μιχόπουλος διαβάζει ένα απόσπασμα από τη νουβέλα «Όλα χαμένα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος, στο πλαίσιο της σειράς podcasts «Καλοκαιρινές Αναγνώσεις». Επιμέλεια: M. Hulot, Μερόπη Κοκκίνη
Η νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της LiFO.O Αχιλλέας ΙΙΙ διαβάζει το «Εκείνος και ο άλλος» ένα αδημοσίευτο διήγημα του από τη συλλογή «Αστεγανά» η οποία αναμένεται να κυκλοφορήσει  μέσα στο 2025, στο πλαίσιο της σειράς podcasts «Καλοκαιρινές Αναγνώσεις».Επιμέλεια: M. Hulot, Μερόπη Κοκκίνη
Η νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της LiFO. Η Ερωφίλη Κόκκαλη διαβάζει το διήγημά της «Μακροβούτια ψυχής στην πλαζ της Εδέμ» από τη συλλογή  «Λόλα Καραμπόλα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έρμα, στο πλαίσιο της σειράς podcasts «Καλοκαιρινές Αναγνώσεις». Επιμέλεια: M. Hulot, Μερόπη Κοκκίνη
H νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της LiFO. O Γιάννης Παλαβός διαβάζει το διήγημά «Γιάννης» από τη συλλογή «Το παιδί» που θα επανακυκλοφορήσει τον Σεπτέμβρη από τις εκδόσεις Ίκαρος, στο πλαίσιο της σειράς podcasts «Καλοκαιρινές Αναγνώσεις». Επιμέλεια: M. Hulot, Μερόπη Κοκκίνη
Η νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της LiFO.O Φώτης Μανίκας διαβάζει το διήγημα «Μπορεί να ήταν και κοτσύφια» από τη συλλογή διηγημάτων «Δεν θυμάμαι να υπήρχε κάποια πόρτα κοντά μας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Loggia, στο πλαίσιο της σειράς podcasts «Καλοκαιρινές Αναγνώσεις».
Η νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της Lifo.  Ο Μάκης Μαλαφέκας διαβάζει ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημά του «Deep Fake», το τρίτο βιβλίο περιπετειών του Μιχάλη Κρόκου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, στο πλαίσιο της σειράς podcasts με καλοκαιρινές Αναγνώσεις.
loading
Comments (1)

Manos N.

Εξαιρετικό.

Jan 1st
Reply
loading