Discover
Αληθινά εγκλήματα
131 Episodes
Reverse
Δύο μέρες είχε να εμφανιστεί στη γειτονιά η κυρία Στέλλα, μια 87χρονη γυναίκα που ζούσε μόνη στις εργατικές πολυκατοικίες του Ταύρου από τότε που είχε μείνει χήρα. Μια φίλη της, με την οποία έπιανε συχνά κουβέντα, δεν είδε το παράθυρό της να ανοίγει και ανησύχησε. Ειδοποίησε την κόρη του άντρα της από τον πρώτο του γάμο. Εκείνη της τηλεφώνησε πολλές φορές, αλλά δεν πήρε απάντηση. Αποφάσισε να πάει από το σπίτι της, να δει τι της είχε συμβεί. Μπαίνοντας μέσα, τη βρήκε νεκρή πάνω στο κρεβάτι, τυλιγμένη με μια κουβέρτα. Όλοι οι χώροι του φτωχικού διαμερίσματος ήταν αναστατωμένοι, στοιχείο που οδηγούσε στο σενάριο της ληστείας.
Οι καταθέσεις των γειτόνων «έδειξαν» στους αστυνομικούς προς ποια κατεύθυνση να αναζητήσουν τους δράστες. Προτού περάσει ένα 24ωρο, τους είχαν εντοπίσει.
Στο πόντκαστ μιλούν η Τέσσα Χριστοδούλου, κλινική ψυχολόγος με ειδίκευση στη Δικαστική Ψυχολογία, Εγκληματολογία και Νευροψυχολογία, η οποία σκιαγραφεί το προφίλ των δραστών, και ο κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος Παναγιώτης Τριανταφύλλου, που μιλάει για τη διασύνδεση ουσιών και εγκλήματος.
Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει, καθώς οδηγούσε τα πιο δύσκολα χιλιόμετρα της ζωής της. Η διαδρομή από τη Μαλακάσα έως τη λεωφόρο Αλεξάνδρας τής φάνηκε ατέλειωτη. Πέρασε κάμποσα φανάρια με κόκκινο, δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί λογικά. Αλλά τι ήταν μερικές παραβάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας μπροστά στο έγκλημα που μόλις είχε διαπράξει;
Η Γεωργία ήταν χτυπημένη παντού. Είχε ανοιχτές πληγές σε όλο της το σώμα και τα σημάδια κακοποίησης στο πρόσωπό της ήταν εμφανή. Η 37χρονη γυναίκα, που εργαζόταν ως σερβιτόρα σε χαρτοπαικτική λέσχη της Κυψέλης, δεν μπορούσε ακόμη να πιστέψει πως ήταν ζωντανή. Οι αστυνομικοί τη συνόδευσαν στα γραφεία του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, στον 11ο όροφο, όπου λίγη ώρα αργότερα ξετύλιξε τη βασανισμένη της ζωή και μίλησε για τη βίαιη συμπεριφορά του συζύγου της, που, όπως είπε, την έσπρωξε στο έγκλημα. Ένιωσε πως ερχόταν το τέλος, έβλεπε τον θάνατο κατάματα, όταν σε μια στιγμή πέρασε τη διαχωριστική γραμμή και από θύμα έγινε θύτης.
Στο πόντκαστ μιλούν η δημοσιογράφος Κατερίνα Μαστραντωνάκη, που είχε καλύψει το έγκλημα για την εφημερίδα «Επικαιρότητα», και ο δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω Διονύσης Χιόνης, υπεύθυνος επιστημονικών εκδόσεων και θεσμικής δικτύωσης του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος.
Νωρίς το απόγευμα Παρασκευής, 16 Ιουλίου 2021. Ένας Αμερικανός τουρίστας, που μαζί με τη σύζυγο και την κόρη του περνούν με τις «γουρούνες» τους πάνω από το κολπάκι της Λυγαριάς στα βόρεια παράλια της Φολεγάνδρου, ειδοποιεί τις αρχές του νησιού, καθώς πάνω στα βράχια, λίγα μέτρα από τη θάλασσα, είναι ακινητοποιημένο ένα αυτοκίνητο με αναμμένα alarm. Κατεβαίνει σιγά σιγά για να δει τι έχει συμβεί. Την ίδια στιγμή η κόρη του φωνάζει από ψηλά και του κάνει νοήματα. Του δείχνει μια γυναίκα που επιπλέει στο νερό και φαίνεται να μην έχει τις αισθήσεις της. Σε λίγα λεπτά Αστυνομία, Λιμενικό και ΕΚΑΒ σπεύδουν στο σημείο. Δύτες βουτούν στο νερό και ανασύρουν τη γυναίκα, που φορά μόνο το μαγιό της. Ο αγροτικός γιατρός, που έχει φτάσει κι αυτός επί τόπου, προσπαθεί να την επαναφέρει, αλλά δεν καταφέρνει τίποτα, είναι ήδη νεκρή, με εμφανή χτυπήματα και εκδορές σε όλο της το σώμα.
Λίγο αργότερα θα γίνει γνωστή η ταυτότητά της. Είναι η 26χρονη Γαρυφαλλιά Ψαράκου, κόρη εκπαιδευτικών από το Βέλο Κορινθίας, που είχε ολοκληρώσει τις σπουδές της στη Φαρμακευτική και μόλις είχε πιάσει δουλειά στο Νοσοκομείο της Κορίνθου. Τα νέα πέφτουν σαν κεραυνός στο χωριό, που ζει στους ρυθμούς του πανηγυριού της Αγίας Μαρίνας. Τα όργανα σταματούν και ο χρόνος «παγώνει». Οι τραγικοί γονείς φεύγουν αλλόφρονες για το όμορφο νησί των Κυκλάδων. Το παιδί τους πήγαινε πρώτη φορά διακοπές, μετά από τόσα πιεστικά καλοκαίρια, με διαβάσματα, σπουδές και μεταπτυχιακό. Την ίδια ώρα στη Φολέγανδρο οι Αρχές ερευνούν όλα τα σενάρια. Πρόκειται για αυτοχειρία; Για ατύχημα με το αυτοκίνητο που ξέφυγε από την πορεία του, με αποτέλεσμα η κοπέλα να εκσφενδονιστεί στη θάλασσα και να πνιγεί; Ή για επίθεση ληστών; Οι έρευνες δεν θα αργήσουν να αποκαλύψουν άλλη μια γυναικοκτονία...
Στο πόντκαστ ακούγονται ο ιατροδικαστής Ηλίας Μπογιόκας, οι γονείς της 26χρονης κοπέλας, οι δικηγόροι που εκπροσώπησαν τον δράστη και την οικογένεια του θύματος και ο διευθυντής της ιατρικής υπηρεσίας του νοσοκομείου της Νάξου.
Ο Θανάσης ήταν παλιός «γνώριμος» των αξιωματικών στον Σταθμό Χωροφυλακής της Ερέτριας στην Εύβοια. Ο 57χρονος κτηνοτρόφος πήγαινε κάθε τόσο για να διαμαρτυρηθεί, ακόμη και για να κάνει μήνυση στα αδέλφια του, με τα οποία μοιραζόταν το κτήμα της Μαγούλας. Ο υπέργηρος και τυφλός πια πατέρας τους, που είχε περάσει τα ενενήντα, είχε κάνει δίκαια τη μοιρασιά, αλλά το πηγάδι στη μέση του κτήματος, που είχε έκταση πάνω από τριάντα στρέμματα, αποτελούσε το μήλο της έριδος και αντικείμενο διαμάχης ανάμεσα στα αδέλφια. Ο Θανάσης, που έμενε μόνιμα στην περιοχή, θεωρούσε ότι είχε περισσότερα δικαιώματα στο νερό του πηγαδιού, για τις ανάγκες των οπωροφόρων δέντρων και του κοπαδιού του. Και μάλιστα, με μια συμβολαιογραφική πράξη το είχε ιδιοποιηθεί, απαγορεύοντας στα αδέλφια του να το χρησιμοποιούν. Η 48χρονη Σταματίνα και ο 43χρονος Αποστόλης ζούσαν στην Αθήνα, αλλά δεν παρέλειπαν να υπενθυμίζουν, με τη συχνή τους παρουσία στη Μαγούλα, ότι ήταν και αυτοί ιδιοκτήτες της γης.
Ήταν Δεκαπενταύγουστος του 1978, γύρω στη 1 το μεσημέρι, όταν ο Θανάσης μπήκε ανήσυχος στον Σταθμό Χωροφυλακής της Ερέτριας. «Τρέξτε, η αδελφή μου έπεσε στο πηγάδι και πρέπει να είναι νεκρή», είπε στον αξιωματικό υπηρεσίας. «Δεν ξέρω πώς έγινε, ελάτε γρήγορα, Και ο αδελφός μου έχει εξαφανιστεί». Ο διοικητής πήρε μαζί του δύο άνδρες και ξεκίνησε για το κτήμα, ειδοποιώντας ταυτόχρονα και την κεντρική διοίκηση της Χωροφυλακής στη Χαλκίδα. Το πηγάδι είχε βάθος 20 μέτρα και μέσα στο νερό, που κάλυπτε περίπου τέσσερα μέτρα, φαινόταν πράγματι το ασάλευτο σώμα ενός ανθρώπου. Οι άνδρες της Χωροφυλακής δεν μπορούσαν να διακρίνουν και πολλά, ούτε καν εάν ήταν άνδρας ή γυναίκα, καθώς εξείχε μόνο η λεκάνη. Από την ανεμόσκαλα κατέβηκαν στο πηγάδι, έδεσαν με σκοινί το άψυχο σώμα και το ανέσυραν. Ήταν πράγματι η 48χρονη Σταματίνα. Τα τραύματα στο πρόσωπο και το σώμα της ήταν εμφανή, ενώ γύρω της ήταν τυλιγμένο το σκοινί του κουβά. Προκλήθηκαν άραγε τα τραύματα αυτά κατά την πτώση, από τα χτυπήματα στα τοιχώματα του πηγαδιού, όπου υπήρχαν κηλίδες αίματος; Ή είχε συμβεί κάτι άλλο;
Στο πόντκαστ μιλά η καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Έφη Λαμπροπούλου, η οποία αναλύει τις μακροχρόνιες συγκρούσεις που γίνονται μέρος της καθημερινής ζωής, με αποτέλεσμα η βία να γίνεται φυσιολογική.
Ήταν 23 Μαΐου 2009 όταν οι φίλοι και συνεργάτες του Τάσου Τσαγκαρόπουλου τον είδαν για τελευταία φορά. Ο 42χρονος ιδιοκτήτης ενοικιαζόμενων δωματίων από τη Ζάκυνθο βρισκόταν στην Αθήνα, όπου είχε επεκτείνει την επιχειρηματική του δραστηριότητα, και κυκλοφορούσε με ένα λευκό Renault Kangoo που είχε δανειστεί από έναν φίλο του, όταν ξαφνικά έπαψε να δίνει σημεία ζωής – το κινητό του τηλέφωνο ήταν απενεργοποιημένο. Η οικογένειά του δήλωσε την εξαφάνισή του στο Αστυνομικό Τμήμα Συντάγματος. Οι μέρες περνούσαν χωρίς να υπάρχει κανένα νέο για την τύχη του. Στις αρχές έφτασε μια ανώνυμη επιστολή που έλεγε ότι ο 42χρονος επιχειρηματίας είχε εξαφανιστεί με τη θέλησή του, όμωςη οικογένειά του δεν πείστηκε. Μάλλον να θολώσει τα νερά προσπαθούσε ο άγνωστος αποστολέας, καθώς ο Τάσος δεν φαινόταν να έχει λόγο να σκηνοθετήσει την εξαφάνισή του, όπως είπαν οι δικοί του άνθρωποι. Κι έτσι, χωρίς κανένα στοιχείο στα χέρια τους, και απελπισμένοι από την αδράνεια της Αστυνομίας, που πίστευε ότι όντως ο Τάσος Τσαγκαρόπουλος ήταν κάπου ζωντανός, ίσως και στην αγκαλιά κάποιας γυναίκας, απευθύνθηκαν στην εκπομπή της Αγγελικής Νικολούλη. Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Ελίζα Καλλίτση, ανταποκρίτρια τότε του Mega στην Πελοπόννησο, και Γιώτα Κηπουρού, δικαστική συντάκτρια στην εκπομπή της Τατιάνας Στεφανίδου στο Star. Επίσης, ακούγονται αποσπάσματα από την εκπομπή της Αγγελικής Νικολούλη, η οποία με την έρευνά της βοήθησε στην εξιχνίαση του πρωτοφανούς εγκλήματος.
Ήταν 4 Ιουνίου 2008, γύρω στις 7 το πρωί, όταν η 30χρονη η οικιακή βοηθός του Νίκου Σεργιανόπουλου τους τελευταίους οκτώ μήνες πήγε στο διαμέρισμά του, στον πέμπτο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού Μετεώρων 14-16 στο Παγκράτι. Καθώς για τουλάχιστον 30 λεπτά δεν απαντούσε στο κινητό του, αποφάσισε να ανεβεί στο ρετιρέ και να ανοίξει με το κλειδί που της είχε δώσει ο ίδιος. Μπαίνοντας στο σαλόνι «πάγωσε». Ο δημοφιλής ηθοποιός ήταν πεσμένος ανάσκελα στο πάτωμα, ολόγυμνος, μέσα σε λίμνη αίματος, με εμφανή τραύματα πιθανότατα από μαχαίρι. Οι φωνές της γυναίκας αναστάτωσαν όλη την πολυκατοικία. Λίγο αργότερα έφτασαν στην οδό Μετεώρων, κοντά στον Άγιο Αρτέμιο, οι αξιωματικοί του Τμήματος Ανθρωποκτονιών. Ακολούθησε ο προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, Φίλιππος Κουτσαύτης. Όλα έδειχναν ότι κίνητρο του εγκλήματος, που είχε γίνει γύρω στα μεσάνυχτα, ήταν η ληστεία. Το διαμέρισμα του Νίκου Σεργιανόπουλου ήταν άνω-κάτω και όλοι σχεδόν οι χώροι ψαγμένοι και αναστατωμένοι. Ίχνη αίματος υπήρχαν ακόμη στην κουρτίνα της μπανιέρας, στον νιπτήρα και σε μια πετσέτα, πράγμα που έδειχνε ότι ο δολοφόνος είχε επιχειρήσει να πλύνει και να σκουπίσει τα αποτυπώματά του προτού χαθεί μέσα στη νύχτα. Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Θεοδώρα Θεοδωρουλάκη, που είχε καλύψει τη δολοφονία του για το Star Channel, και Έλενα Γαλάρη, που είχε παρακολουθήσει την εκδίκαση της υπόθεσης. Επίσης, ακούγονται ο ίδιος ο δημοφιλής πρωταγωνιστής του θεάτρου και της τηλεόρασης από συνέντευξή του στην εκπομπή της Έλενας Κατρίτση στον Alpha «Ούτε γάτα ούτε ζημιά» και ο δικηγόρος που είχε αναλάβει την υποστήριξη της κατηγορίας εκ μέρους της οικογένειάς του.
Οι άνδρες του Τμήματος Χωροφυλακής Παιανίας κινητοποιήθηκαν αμέσως όταν άκουσαν τον οικοδόμο Κώστα Γιαμαρέλλο να τους λέει ότι λίγα μέτρα από τον χωματόδρομο που οδηγεί από την Καισαριανή στα Γλυκά Νερά, στο ύψος του Σταυρού Αγίας Παρασκευής, μια κοπέλα ήταν νεκρή κάτω από τα πεύκα. Ήταν σίγουρος ότι είχε πέσει θύμα άγριου εγκλήματος, και μάλιστα με σεξουαλικά κίνητρα, καθώς ήταν ημίγυμνη, με το κεφάλι παραμορφωμένο, ενώ γύρω από τον λαιμό της ήταν τυλιγμένα το καλσόν και η ζώνη της. Ήταν 11 Φεβρουαρίου 1983. Ο διοικητής τηλεφωνεί στα κεντρικά. Στην Ασφάλεια χτυπάει συναγερμός και οι αξιωματικοί σπεύδουν στο σημείο που τους έχει υποδείξει ο οικοδόμος. Κρατούν τον χώρο ανέπαφο για να ακολουθήσει η εξερεύνηση και αναζητούν στοιχεία. To σκηνικό παραπέμπει όντως σε σεξουαλικό έγκλημα, καθώς το μαύρο δερμάτινο παντελόνι της κοπέλας είναι κατεβασμένο στα γόνατα, το εσώρουχό της σκισμένο και η μπλούζα της ανασηκωμένη μέχρι το στήθος. Κάνουν εφιαλτικούς συνειρμούς, αφού ο βιαστής με το «Autobianchi», που έχει χτυπήσει όχι μόνο στην παραλιακή λεωφόρο Ποσειδώνος αλλά και στα βόρεια προάστια, παραμένει ασύλληπτος. Στο podcast, η εγκληματολόγος και κοινωνιολόγος Αναστασία Χαλκιά αναλύει τα μοτίβα ελεγκτικής και κτητικής συμπεριφοράς μέσα στις σχέσεις, καθώς και τη δυναμική εξουσίας που μπορεί να οδηγήσει σε βίαιη κλιμάκωση.
O 48χρονος Δημήτρης Δουλφής, που καταγόταν από τη Σίκινο, είχε από το 1920 το δικό του κουρείο στη γωνία Ηροδότου και Καρνεάδου στο Κολωνάκι και έμενε με τη σύζυγο και τα έξι παιδιά τους σε μια πάροδο της οδού Αρδηττού στην περιοχή του Μετς. Δεν ήταν πλούσιος, αλλά δεν πεινούσε κιόλας, καθώς ήταν καλός κουρέας και έβγαζε αρκετά καλά λεφτά, με τα οποία συντηρούσε την οικογένειά του, χωρίς πολυτέλειες και λούσα, όπως έλεγε η γειτονιά. Τα οκτώ μέλη της στριμώχνονταν σε ένα δωμάτιο με δύο κρεβάτια όλα κι όλα, αλλά κανείς δεν γκρίνιαζε. Όμως, όταν ο μεγαλύτερος γιος του, ο Γιάννης, προσβλήθηκε από φυματίωση, όλα άλλαξαν. Τα έξοδα για νοσήλια στο Φθισιατρείο, στο νοσοκομείο «Σωτηρία», αλλά και για τα φάρμακα ήταν πολλά και ξεπουλήθηκε για να τα φέρει βόλτα, παρόλο που τόσο η μάνα όσο και ο δευτερότοκος γιος του συνεισέφεραν κι εκείνοι.Οι καβγάδες στο σπίτι έγιναν σχεδόν καθημερινοί, και ο λόγος πάντα ο ίδιος. Ο Δημήτρης Δουλφής γκρίνιαζε συνεχώς για την «αβάσταχτη φτώχεια» και έλεγε στη γυναίκα του πως θα έβρισκε τρόπο να τελειώσουν τα βάσανά τους. Εκείνη προσπαθούσε να τον συνετίσει και του απαντούσε ότι ήταν υπερβολικός. Για ένα διάστημα τα είχε καταφέρει, καθώς άρχισε να τους βοηθά οικονομικά ο αδελφός του, που ζούσε στην Πόλη. Φαίνεται, όμως, ότι ο ήλιος στο συννεφιασμένο του μυαλό βγήκε για λίγο...Στο πόντκαστ μιλά η δικαστική ψυχολόγος Έρη Ιωαννίδου, διδάσκουσα στο Hellenic American University και επιστημονική συνεργάτις του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος.
Σε μια ακραία πατριαρχική και ομοφοβική κοινωνία όπως αυτή της Ελλάδας της δεκαετίας του ’70, όπου οι ομοφυλόφιλοι χαρακτηρίζονταν ακόμη και από επίσημα χείλη ως «ανώμαλοι» ή «καρκινώματα», ο 20χρονος Χρήστος, γιος ενός εργάτη του ΟΛΠ και μιας καθαρίστριας από τον Πειραιά, που είχε παρατήσει τη σχολή μηχανικών «Πυθαγόρας» για να ασχοληθεί με την τέχνη της χρυσοχοΐας, αφουγκράστηκε τους χτύπους της καρδιάς του.Δεν δίστασε στιγμή να χαμογελάσει, ακούγοντας τo ερωτικό κάλεσμα του 22χρονου Ανέστη, που μόλις είχε γνωρίσει σ’ ένα παγκάκι στην πλατεία Συντάγματος, όπου είχε πάει βόλτα με έναν φίλο του - ήταν Οκτώβριος του 1974. Τότε ξεκίνησε μια σχέση που κατέληξε, δύο χρόνια αργότερα, σε τραγωδία.Στο podcast μιλά ο δημοσιογράφος Δημήτρης Καπράνος, ο οποίος είχε καλύψει την υπόθεση για την εφημερίδα «Βραδυνή», και η δημοσιογράφος και συγγραφέας Μαρία Αθήνη. Επίσης, ακούγεται ο ίδιος ο «πρωταγωνιστής» της τραγικής ιστορίας μέσα από τη συνέντευξη που έδωσε το 2023 στον δημοσιογράφο Κώστα Πάρη.
Ο αντισμήναρχος Γιώργος Τζάμος από τη Θεσσαλονίκη πίστευε πως μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. Πατέρας τεσσάρων παιδιών, είχε αφιερώσει τη ζωή του στο κοινό καλό και «έφυγε» βίαια, εφαρμόζοντας τις αρχές του. Τον Μάρτιο του 1994 σκοτώθηκε στα 41 του χρόνια από το όπλο αδίστακτου κακοποιού, που μόλις είχε ληστέψει σούπερ μάρκετ στις Αχαρνές μαζί με τον συνεργό του, στην προσπάθειά του να τους σταματήσει. Μόλις ένα εκατομμύριο δραχμές αποτιμήθηκε η αξία της ζωής του...Όπως αποδείχθηκε, οι δράστες δεν ήταν δυο συνηθισμένοι ληστές που χτυπούσαν συνοικιακά σούπερ μάρκετ, αλλά άκρως επικίνδυνοι κακοποιοί με «πλούσιο» ποινικό παρελθόν. Βρίσκονταν πίσω και από άλλες αιματηρές ληστείες, τη δολοφονία ενός νεογέννητου αγοριού και μια συμπλοκή στα Μεσόγεια που είχε τραγική κατάληξη. Όλα αυτά έγιναν σε βάθος σχεδόν τριών δεκαετιών και απασχολούσαν τις διωκτικές αρχές της χώρας μας.Στο podcast μιλούν ο δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω Φώτης Σπυρόπουλος, επίκουρος καθηγητής Ποινικού Δικαίου και Εγκληματολογίας στο Philips University, και ο δημοσιογράφος Παναγιώτης Μπούσιος, που είχε καλύψει τη δράση των δύο κακοποιών.
Η πρωινή βάρδια στον Σταθμό Χωροφυλακής Παλλήνης κυλούσε ήρεμα, όταν μια νεαρή γυναίκα μπήκε ανήσυχη στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας. Η 26χρονη Κατερίνα ανέφερε ότι ο σύζυγός της, Χρήστος, 37 χρόνων, είχε πέντε μέρες να δώσει σημεία ζωής, απ’ όταν έφυγε με δυο άνδρες που έμοιαζαν με Άραβες. Η γυναίκα δεν μπορούσε να κρύψει την αγωνία της, γιατί είχε τρία μικρά παιδιά να μεγαλώσει και παράλληλα μια δύσκολη και βρόμικη δουλειά στο χοιροστάσιο, που είχε πέσει πλέον μόνο στους δικούς της ώμους. Δεν φαινόταν για μια απλή εξαφάνιση. Κάτι κακό είχε συμβεί στον άντρα της. «Φοβάμαι ότι κάπου έχει μπλέξει, γιατί αυτοί μου φάνηκαν για χασικλήδες και ο άντρας μου πιανόταν με παλιοπαρέες...» είπε η γυναίκα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αυτοί ευθύνονταν για την μυστηριώδη εξαφάνιση του Χρήστου. Στο podcast μιλά ο Γιάννης Πανούσης, ομότιμος καθηγητής Εγκληματολογίας στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Δύο δολοφονίες στον Πειραιά και μια κλοπή-μαμούθ σε τράπεζα της Καλαμάτας. Μια αλληλουχία εγκληματικών πράξεων που συνδέονταν μεταξύ τους από τα παιχνίδια της μοίρας και μια αόρατη γραμμή που ξεκίνησε το 1983 με τη δολοφονία ενός Αιγύπτιου ναυτικού στο Πασαλιμάνι από σεσημασμένο κακοποιό και έφτασε στο 1995, σε μια θανάσιμη συμπλοκή λίγες δεκάδες μέτρα μακριά με θύμα έναν 18χρονο μαθητή, ο οποίος προσπάθησε να ακινητοποιήσει έναν ληστή, για να καταλήξει στο 2004 με μια πρωτοφανή κλοπή σχεδόν έξι εκατομμυρίων ευρώ στο υποκατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδος, στην πρωτεύουσα της Μεσσηνίας. Πώς συνδέονται αυτά τα τρία περιστατικά που συνέβησαν στη διάρκεια είκοσι ενός χρόνων; Στο podcast μιλούν η δημοσιογράφος Σταυρούλα Σπυριδάκου, που είχε καλύψει το ρεπορτάζ για την εφημερίδα «Ελεύθερος», ο συντάκτης του πειραϊκού και ναυτιλιακού ρεπορτάζ της εφημερίδας «Έθνος» Σταύρος Μαλαγκονιάρης, ο δημοσιογράφος Θεοφύλακτος Σπατούλας, που είχε καλύψει τα γεγονότα της Καλαμάτας ως απεσταλμένος του τηλεοπτικού σταθμού Alpha και ο δημοσιογράφος Φώτης Καρύδας που είχε πάρει συνέντευξη μέσα στη φυλακή από έναν εκ των πρωταγωνιστών.
Επί τέσσερις ημέρες την έστηνε έξω από τη Χωροφυλακή της Σπάρτης, για να δει πότε θα γινόταν η μεταγωγή του φονιά του γιου του στη φυλακή, για να πάρει το αίμα του πίσω. Μια εικόνα μόνο χωρούσε στο μυαλό του, μέρα και νύχτα, αυτή του 14χρονου αγοριού του, που την Κυριακή του Πάσχα του 1983 είχε βρεθεί νεκρό στο ποτάμι, θύμα ενός 23χρονου συγχωριανού του, επειδή αρνήθηκε να ενδώσει στις σεξουαλικές του προτάσεις. Ο Παρασκευάς περίμενε τη στιγμή που θα ερχόταν πρόσωπο με πρόσωπο με τον άνθρωπο που του είχε στερήσει το χαμόγελο, που τσάκισε με έναν τσιμεντόλιθο το κεφάλι του παιδιού του. Τον είχαν ήδη «οπλίσει» το πάθος για εκδίκηση και η πίεση της μικρής κοινωνίας της Σκάλας Λακωνίας να αποδώσει ο ίδιος δικαιοσύνη και τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει...Στο podcast μιλούν οι δημοσιογράφοι Γιάννης Γαλανόπουλος, ανταποκριτής, τότε, του «Ελεύθερου Τύπου», και Γιάννης Κανελλάκης, ο οποίος κάλυψε την υπόθεση ως απεσταλμένος της «Ελευθεροτυπίας», καθώς και η κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος Μάρθα Λεμπέση.
Ήταν Κυριακή πρωί, 12 Οκτωβρίου 1952, όταν ο κηπουρός ενός αγροκτήματος πίσω από το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου Κοκκιναρά εντόπισε το πτώμα ενός άνδρα μέσα στη ρεματιά και έσπευσε να ειδοποιήσει τον κοντινό στρατώνα της ΕΣΑ. Μέσα σε λίγα λεπτά έφτασαν στην ερημική περιοχή αξιωματικοί της Χωροφυλακής, με επικεφαλής τον διοικητή της Ασφάλειας Κηφισιάς, μοίραρχο Σακελλαριάδη, οι οποίοι απέκλεισαν τον χώρο και ξεκίνησαν την πρώτη αυτοψία.Το θύμα ήταν πεσμένο μπρούμυτα, με εμφανή τραύματα στο κεφάλι. Από το δίπλωμα που βρήκαν στην τσέπη του, διασταύρωσαν τα στοιχεία του: ήταν ο 44χρονος αυτοκινητιστής Γιώργος Στάικος, πατέρας τεσσάρων παιδιών, οδηγός αγοραίου που εξυπηρετούσε Φιλοθέη και Ψυχικό και ανήκε στους κουνιάδους του, τους αδελφούς Μαρτίνου. Έμενε με την οικογένειά του στον Βοτανικό.Στις τσέπες του βρέθηκαν περίπου 15.000 δραχμές, γεγονός που απέκλειε τη ληστεία ως κίνητρο του εγκλήματος. Ένα φθηνό ρολόι στο αριστερό του χέρι, που είχε σταματήσει στις 11 παρά τέταρτο το βράδυ, προσδιόριζε την ώρα θανάτου. Κανείς όμως στην ερημική περιοχή δεν αντιλήφθηκε το παραμικρό, ούτε καν ο εφημέριος της εκκλησίας που έμενε σε ένα σπιτάκι εκεί κοντά.Όλα έδειχναν ότι ο δολοφόνος τον εξουδετέρωσε για να του αρπάξει το αυτοκίνητο, αφού τον οδήγησε στη σκοτεινή, απομονωμένη περιοχή. Τουλάχιστον αυτό μαρτυρούσαν τα ίχνη από ρόδες που σταματούσαν λίγο πριν από το αδιέξοδο στο χείλος της ρεματιάς και οι διάσπαρτες κηλίδες αίματος στο χώμα.Στο πόντκαστ ο δρ. Εγκληματολογίας και δικηγόρος Παναγιώτης Παπαϊωάννου αναλύει τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος που σόκαρε την ελληνική κοινωνία στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ενώ η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Βάνα Παπακίτσου σκιαγραφεί το προφίλ του δράστη.
Από τότε που έμεινε χήρα, η 68χρονη Ευαγγελία Σφαέλου ζούσε με τα τρία αδέλφια της στην Κυψέλη και εργαζόταν εθελοντικά στο κατάστημα της Σχολής Εκπαιδεύσεως Νεανίδων που στεγαζόταν επί της οδού Βουκουρεστίου 13 στο Κολωνάκι, πουλώντας τα χειροποίητα έργα των άπορων γυναικών του Ιδρύματος Συγγρού. Το πρατήριο ήταν γεμάτο κεντήματα, υφαντά, χαλιά, σερβίτσια και είδη λαϊκής τέχνης. Ήταν 30 Ιουνίου 1978, όταν οι ιδιοκτήτες των γύρω καταστημάτων παραξενεύτηκαν που δεν την είδαν να κλείνει το μεσημέρι, ενώ τα φώτα είχαν μείνει αναμμένα και μετά τις 2 που έφευγε, για να επιστρέψει κατά τις 5 το απόγευμα. Η ώρα είχε πάει 7, όταν ο αδελφός της γυναίκας ανησύχησε επειδή δεν είχε γυρίσει στο σπίτι και πήγε στο κατάστημα για να δει τι είχε συμβεί, αφού δεν σήκωνε ούτε το τηλέφωνο. Η πόρτα της εισόδου ήταν κλειδωμένη και μια κουρτίνα μπροστά στη βιτρίνα έκρυβε το εσωτερικό. Τα φώτα ήταν αναμμένα και ο ανεμιστήρας σε λειτουργία. Ήξερε ότι η Λούλα, όπως τη φώναζαν, κλείδωνε την πόρτα όταν κάποιος πελάτης ενδιαφερόταν για τα αντικείμενα που υπήρχαν στο υπόγειο, επειδή ήταν πάντα μόνη της στο κατάστημα. Όμως, δεν απαντούσε στα χτυπήματά του κι έτσι ειδοποίησε την Αστυνομία. Στο podcast μιλά η Αγγελική Καρδαρά, τακτική επιστημονική συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος και διδάκτωρ του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία αναλύει τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος, το modus operandi, τα στερεότυπα και τα στοιχεία της υπόθεσης που προκάλεσαν έντονες κοινωνικές αντιδράσεις.
Ο 50χρονος Γιάννης Κυπριωτάκης ήταν ιδιοκτήτης της βιοτεχνίας χρωμάτων «Silk Colour» που στεγαζόταν σε ένα διώροφο κτίριο στη Βιομηχανική Περιοχή του Ηρακλείου. Είχε επιστρέψει στο σπίτι εκείνο το απόγευμα που τον πήρε τηλέφωνο ένας άνδρας και του ζήτησε να αναλάβει τη βαφή μιας πολυκατοικίας στις Βασιλειές. Δεν του αποκάλυψε το όνομά του. «Έλα και θα με αναγνωρίσεις», του είπε μόνο. Παρά την προτροπή της συζύγου του να μην πάει, επειδή δεν ήξερε καν με τι άνθρωπο είχε να κάνει, ο 50χρονος επιχειρηματίας δεν αρνήθηκε. «Θέλει να πάω να δω από κοντά την πολυκατοικία για να δώσω προσφορά. Τι φοβάσαι, μήπως με... απαγάγουν;» της είπε χαμογελώντας και ξεκίνησε για το ραντεβού.Οι ώρες περνούσαν, νύχτωσε, και ο Κρητικός επιχειρηματίας, που ήταν πατέρας τριών παιδιών, δεν απαντούσε στις κλήσεις της γυναίκας του στο κινητό. Ούτε στο σπίτι επέστρεψε, ούτε στα γραφεία του Συλλόγου Φίλων του Βουνού και της Θάλασσας, όπου ήταν μέλος, πήγε το βράδυ, όπως είχε κανονίσει. Όσο περνούσαν οι ώρες, η γυναίκα φοβόταν ότι κάτι κακό τού είχε συμβεί.Στο podcast μιλούν οι δημοσιογράφοι Χάρης Λεοντάκης, που είχε καλύψει την υπόθεση για τον τηλεοπτικό σταθμό Alpha. Ακούγονται, επίσης, ο δικηγόρος που είχε εκπροσωπήσει στο δικαστήριο την οικογένεια Κυπριωτάκη και ο γιος του επιχειρηματία.
Στα 26 της χρόνια η Λευκοθέα Τσενεκίδου είχε αναλάβει ήδη το ενεχυροδανειστήριο που είχε στήσει ο πατέρας της στην «καρδιά» της Θεσσαλονίκης. Η νεαρή κοπέλα διαχειριζόταν κοσμήματα και μετρητά και παρά το γεγονός ότι η Ασφάλεια στεγαζόταν στο διπλανό κτίριο, είχε φροντίσει να λάβει τα μέτρα της. Άνοιγε την ξύλινη πόρτα ασφαλείας της εισόδου μόνο εφόσον έλεγχε ποιος χτυπούσε το κουδούνι, ενώ ο χώρος υποδοχής των πελατών χωριζόταν από το γκισέ, όπου καθόταν τις περισσότερες ώρες, με αλεξίσφαιρο τζάμι. Η εσωτερική πόρτα, και αυτή ασφαλείας, άνοιγε μόνο από μέσα με μπουτόν. Οι συναλλαγές γίνονταν από ένα μικρό άνοιγμα στο τζάμι. Ένας οικογενειακός φίλος βοηθούσε την 26χρονη κοπέλα, κυρίως με τις εξωτερικές δουλειές. Και έμελλε να λείπει εκείνο το μοιραίο απόγευμα, όταν κάποιοι τη σκότωσαν με αλλεπάλληλες μαχαιριές.Στο podcast μιλούν οι δημοσιογράφοι Χρήστος Στεφανής, που είχε καλύψει την υπόθεση για το Mega, και Πάνος Μανής, ο οποίος θυμάται πώς οι δράστες προετοίμασαν το έγκλημά τους.
Ο κόσμος των κόμικς εκτιμούσε βαθιά το ταλέντο της Μαρίας-Ηλέκτρας Ζογλοπίτου. Στα 27 του χρόνια, το κορίτσι από τη Θεσσαλονίκη σπούδαζε με υποτροφία Iστορία της Tέχνης στο Λονδίνο, αφού είχε ήδη αποφοιτήσει από το Ιστορικό-Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Παράλληλα, έντυνε με σκίτσα βιβλία, αφίσες και εξώφυλλα δίσκων. Την άνοιξη του 1997 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 9η Μπιενάλε Nέων Kαλλιτεχνών από την Ευρώπη και τη Μεσόγειο στο Τορίνο της Ιταλίας. Το μέλλον της προδιαγραφόταν λαμπρό, και όχι μόνο το επαγγελματικό. Στο πλάι της είχε τον Γιάννη, φοιτητή Επικοινωνιολογίας που δούλευε παράλληλα σε μια γαλακτοβιομηχανία, δύο χρόνια μικρότερό της, με τον οποίο είχαν μια όμορφη σχέση. Μάλιστα, οι δύο νέοι είχαν αποφασίσει ότι με την έναρξη του νέου ακαδημαϊκού έτους θα ζούσαν μαζί στη βρετανική πρωτεύουσα και θα συνέχιζαν τις σπουδές τους. Ήταν σχεδόν δύο χρόνια μαζί και τίποτα δεν σκίαζε την ευτυχία τους. Όμως, όλα γκρεμίστηκαν εκείνο το καλοκαίρι του 1997, όταν η 27χρονη κοπέλα βρέθηκε νεκρή στο διαμέρισμα της αδελφής της στο Θησείο. Στο podcast μιλά ο δημοσιογράφος Μάνος Τσαγκαράκης που είχε καλύψει την υπόθεση για το Mega, ενώ ακούγεται και ο συγγραφέας και καθηγητής Τεχνικής Γραφής Σεναρίου Τάσος Αποστολίδης, με τον οποίο είχε συνεργαστεί η Μαρία-Ηλέκτρα.
Ο Άκης Πάνου ήταν ένας μεγάλος μαέστρος του λαϊκού πενταγράμμου αλλά και ένας παραδοσιακός οικογενειάρχης που μεγάλωνε τα τέσσερα παιδιά του με τις αυστηρές αρχές με τις οποίες είχε μεγαλώσει και ο ίδιος ως παιδί οκταμελούς οικογένειας που πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια μέσα στην Κατοχή και βγήκε μικρός στον δρόμο για το μεροκάματο. Όσο η Ελευθερία ήταν μικρή, όλα πήγαιναν καλά και η σχέση τους ήταν άψογη. Μέχρι και στο μπουζούκι του είχε δώσει το όνομά της. Όταν, όμως, μπήκε στην εφηβεία, άρχισαν τα προβλήματα... Που έγιναν εντονότερα όταν η 19χρονη κοπέλα ερωτεύτηκε έναν άντρα έντεκα χρόνια μεγαλύτερό της, που ήταν σε διάσταση και πατέρας ενός παιδιού, και αποφάσισε να συζήσει μαζί του. Όλοι κατάλαβαν ότι δεν επρόκειτο για απαγωγή, όπως ήθελε να πιστεύει ο Άκης Πάνου, αλλά για μια μάλλον τυπική οικογενειακή σύγκρουση, που για 2-3 μέρες μετατράπηκε σε τηλεοπτικό σόου. Και όλοι πίστεψαν πως με τη φράση ότι «πλέον θα λέει ότι έχει τρία και όχι τέσσερα παιδιά» έβαλε τέλος στην κόντρα με την Ελευθερία. O 64χρονος μουσικοσυνθέτης είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα και φιλοξενούνταν στο σπίτι της πρώτης του γυναίκας, στα Πατήσια, καθώς οι σχέσεις του με τη μητέρα των παιδιών του, την Άννα Μπακιρτζή, δεν ήταν και οι καλύτερες. Πάντως, στο πίσω μέρος του μυαλού του ήταν η επιστροφή στη Λεύκη, ένα μικρό χωριό επτά χιλιόμετρα από την πόλη της Ξάνθης, όπου έφτιαξε το σπίτι των γηρατειών του. Όμως, εκείνη την ημέρα ανέβηκε στο αεροπλάνο για άλλο λόγο. Οι νουθεσίες στην κόρη του να εγκαταλείψει τον Σωτήρη Γιαλαμά, με τον οποίο συζούσε ήδη σχεδόν τρεις μήνες, δεν είχαν πιάσει τόπο. Ήταν αποφασισμένος να τελειώνει με «αυτή την ιστορία». Έπρεπε να ανέβει στην Ξάνθη για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα.
Η έντονη δυσοσμία από τα βράχια, όπου οι τρεις νέοι σκαρφάλωσαν για να στεγνώσουν μετά το ψαροντούφεκο στη θάλασσα της Αναβύσσου, οδήγησε τα βήματά τους σε μια «παραφουσκωμένη» παιδική στρωματοθήκη που ήταν πεταμένη σε ένα μικρό πλάτωμα, το οποίο είχαν σχηματίσει οι εργασίες εκβραχισμού για τη διαπλάτυνση της λεωφόρου Σουνίου. Όταν ο 22χρονος φοιτητής Νίκος Βοσδογάνης έκοψε με ένα μαχαίρι τις ραφές, «πάγωσε» αντικρίζοντας το πτώμα μιας νεαρής γυναίκας, που είχε αρχίσει να αποσυντίθεται! Οι τρεις νέοι ανέβηκαν τρέχοντας τα βράχια, βγήκαν στον δρόμο, στο ύψος του 56ου χιλιομέτρου, και άρχισαν να κάνουν νόημα με τα χέρια τους στους διερχόμενους οδηγούς. Λίγο αργότερα ήρθε στην επιφάνεια ένα άγριο έγκλημα, που είχε γίνει ενάμιση μήνα πριν και είχε πρωτοφανές κίνητρο. Στο podcast μιλούν ο δημοσιογράφος Γιώργος Γκιώνης, που είχε καλύψει την υπόθεση για την εφημερίδα «Απογευματινή», και η δικαστική ψυχολόγος Έρη Ιωαννίδου, διδάσκουσα στο Hellenic American University, επιστημονική συνεργάτις του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος και υπεύθυνη του Forensic Psychology Lab, εισηγήτρια, συγγραφέας και εκπαιδεύτρια e-learning προγραμμάτων του ΕΚΠΑ.
























Γιατί δεν παίζει σε μένα 😭
78