DiscoverΙστορία μιας πόλης
Ιστορία μιας πόλης
Claim Ownership

Ιστορία μιας πόλης

Author: LIFO PODCASTS

Subscribed: 4,059Played: 33,516
Share

Description

Η πόλη, οι αλλαγές στο πέρασμα των αιώνων, η απαράλλαχτη ουσία που την συνέχει
175 Episodes
Reverse
Σε αυτό το επεισόδιο η Αγιάτη Μπενάρδου εξερευνά την αρχιτεκτονική και ιστορική διαδρομή της Αρχαίας Δωδώνης, από το αρχαιότερο μαντείο έως την ελληνιστική της ακμή. Μέσα από το θέατρο, ένα από τα μεγαλύτερα του αρχαίου κόσμου, το βουλευτήριο και το πρυτανείο αναδεικνύεται ο πολυδιάστατος χαρακτήρας του ιερού που λειτούργησε όχι μόνο ως θρησκευτικό αλλά και ως πολιτικό κέντρο, ιδιαίτερα κατά την εποχή του Κοινού των Ηπειρωτών. Η συζήτηση φωτίζει τις διαδοχικές οικοδομικές φάσεις του χώρου, τη σημασία των δημόσιων κτιρίων στη συγκρότηση της εξουσίας αλλά και τη μετάβαση σε μια νέα εποχή, όπως αποτυπώνεται στην παρουσία παλαιοχριστιανικής βασιλικής στον ίδιο τόπο. Σήμερα, η Δωδώνη αποτελεί ένα μοναδικό αρχαιολογικό τοπίο, όπου διαφορετικές ιστορικές περίοδοι συνυπάρχουν και συνομιλούν, αποκαλύπτοντας τη συνέχεια της μνήμης και της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στον χρόνο. Η δρ. Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου είναι επίτιμη έφορος αρχαιοτήτων με μακρά και πολυσχιδή παρουσία στη διαχείριση, αναστήλωση και ανάδειξη μνημείων με επίκεντρο την Ήπειρο. Από το 2006 έως το 2023 διετέλεσε Διευθύντρια Εφορειών Αρχαιοτήτων (Ιωαννίνων, Άρτας και ευρύτερης Ηπείρου), ενώ παράλληλα υπηρέτησε σε καίριες θέσεις ευθύνης και ως μέλος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Απόφοιτος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με αντικείμενο την Παλαιοχριστιανική Ήπειρο, έχει αναπτύξει σημαντικό ερευνητικό έργο. Το ανασκαφικό και αναστηλωτικό της έργο περιλαμβάνει παρεμβάσεις σε Ιωάννινα, Άρτα, Νικόπολη και σε ολόκληρη την Ήπειρο, με κορυφαίες στιγμές την αποκάλυψη της αρχαίας οχύρωσης των Ιωαννίνων, την ίδρυση του Μουσείου Αργυροτεχνίας στο Κάστρο Ιωαννίνων, την ολοκλήρωση εργασιών στη δυτική νεκρόπολη της Αμβρακίας και την αποκατάσταση του κάτω διαζώματος του Θεάτρου της Δωδώνης, που αποδόθηκε στο κοινό το 2022. Υπήρξε συντονίστρια της επιτροπής για την ένταξη της Νικόπολης στον κατάλογο της UNESCO, καθώς και για την εγγραφή των ελασμάτων της Δωδώνης στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου». Μετά την αφυπηρέτησή της συνεχίζει ενεργά το έργο της, διευθύνοντας ανασκαφές στη Βασιλική του επισκόπου Αλκίσωνος στη Νικόπολη, στο Βουλευτήριο της Δωδώνης και στην Κοιλάδα του Άνω ρου του Αχέροντα.
Πώς η λατρεία της Αρτέμιδας Ταυροπόλου, οι όρκοι των στρατιωτών και οι μνήμες των νεκρών συνδέονται με τη συγκρότηση και τη νομιμοποίηση της εξουσίας; Και γιατί, αιώνες αργότερα, τα αρχαία μνημεία εξακολουθούν να φορτίζονται συμβολικά, ξεπερνώντας συχνά τα ίδια τα αρχαιολογικά δεδομένα; Η Αμφίπολη δεν είναι μόνο ένα γεωγραφικό σημείο στον χάρτη της αρχαίας Μακεδονίας· είναι ένας τόπος όπου η μυθολογία, η πολιτική και η ιστορία διαπλέκονται διαρκώς. Από τη λατρεία της Αρτέμιδας Ταυροπόλου, μιας θεότητας με ισχυρές αθηναϊκές ρίζες, έως τις αφηγήσεις γύρω από τον Βρασίδα και τη μακεδονική δυναστεία, η πόλη συγκρότησε την ταυτότητά της μέσα από σύμβολα που ξεπερνούσαν τα στενά όρια της τοπικής λατρείας. Την ίδια στιγμή, η σύγχρονη δημόσια συζήτηση γύρω από την Αμφίπολη, ιδίως μετά τις ανασκαφές στον Τύμβο Καστά, δείχνει πως οι μύθοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν. Ανανεώνονται, επανανοηματοδοτούνται και συχνά αποκτούν δύναμη μεγαλύτερη από αυτή των ίδιων των αρχαιολογικών ευρημάτων. Πού τελειώνει, λοιπόν, ο μύθος και πού αρχίζει η ιστορική τεκμηρίωση; Μπορεί η αρχαιολογία να αποδομήσει έναν μύθο χωρίς να ακυρώσει ό,τι σημαίνει για μια κοινότητα; Ο Δημήτρης Δαμάσκος είναι καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ και είναι διδάκτορας Κλασικής Αρχαιολογίας του Freie Universität Berlin. Έχει εργαστεί ως συμβασιούχος αρχαιολόγος στη Συλλογή Γλυπτών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και είχε αναλάβει για χρόνια την έκδοση του ετήσιου επιστημονικού περιοδικού του Μουσείου Μπενάκη. Το 2010 ήταν επισκέπτης ερευνητής στο Μουσείο Kelsey του Πανεπιστημίου του Mίσιγκαν. Από το 2019 διευθύνει με τη Δημητρία Μαλαμίδου την ανασκαφή στην ακρόπολη της Αμφίπολης (https://amphipolisproject.org/). Η Μακεδονία βρίσκεται στον πυρήνα των ερευνητικών του ενδιαφερόντων. Έχει συγγράψει τόμο για τα γλυπτά στο Μουσείο της Καβάλας (2013) και πολλά άρθρα που αφορούν την τοπογραφία της Μακεδονίας και τη γλυπτική της. Από το φθινόπωρο του 2023 είναι επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Fitzwilliam του Cambridge στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος σε συνεργασία με το Μουσείο CSMVS, Mumbai με θέμα «Ancient Worlds Project». Είναι εταίρος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, αντεπιστέλλον μέλος του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αμερικής και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου.
Η αρχαία Δωδώνη βρίσκεται σε μια εύφορη κοιλάδα στους πρόποδες του όρους Τόμαρος στην Ήπειρο. Η απομονωμένη, αλλά στρατηγική αυτή θέση συνέβαλε ώστε να αναπτυχθεί εκεί ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Η Δωδώνη θεωρείται ένα από τα αρχαιότερα μαντεία της Ελλάδας. Στο ιερό υπηρετούσαν οι ιερείς, γνωστοί ως Σελλοί, που ερμήνευαν τα σημάδια της φύσης για να μεταφέρουν τους χρησμούς του θεού, που δίνονταν κυρίως μέσα από τους ήχους της ιερής βελανιδιάς· το θρόισμα των φύλλων ή ο ήχος από χάλκινα αγγεία που κρέμονταν γύρω από το δέντρο θεωρούνταν θεϊκά μηνύματα. Οι πιστοί έγραφαν τα ερωτήματά τους σε μικρά μολύβδινα ελάσματα και τα άφηναν στο ιερό, ζητώντας καθοδήγηση για θέματα της καθημερινής ζωής. Χιλιάδες από αυτά τα ελάσματα έχουν βρεθεί από τους αρχαιολόγους και αποτελούν μοναδική πηγή για να κατανοήσουμε τις ανησυχίες, τις σχέσεις και τις κοινωνικές συνθήκες των ανθρώπων της εποχής. Η σημασία τους είναι τόσο μεγάλη ώστε τα μολύβδινα ελάσματα της Δωδώνης θεωρούνται ένα από τα σημαντικότερα αρχεία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και κοινωνίας και έχουν προταθεί για ένταξη στον κατάλογο της UNESCO ως τεκμήρια παγκόσμιας πολιτιστικής αξίας. Η δρ. Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου είναι επίτιμη έφορος αρχαιοτήτων με μακρά και πολυσχιδή παρουσία στη διαχείριση, αναστήλωση και ανάδειξη μνημείων με επίκεντρο την Ήπειρο. Από το 2006 έως το 2023 διετέλεσε Διευθύντρια Εφορειών Αρχαιοτήτων (Ιωαννίνων, Άρτας και ευρύτερης Ηπείρου), ενώ παράλληλα υπηρέτησε σε καίριες θέσεις ευθύνης και ως μέλος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Απόφοιτος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με αντικείμενο την Παλαιοχριστιανική Ήπειρο, έχει αναπτύξει σημαντικό ερευνητικό έργο. Το ανασκαφικό και αναστηλωτικό της έργο περιλαμβάνει παρεμβάσεις σε Ιωάννινα, Άρτα, Νικόπολη και σε ολόκληρη την Ήπειρο, με κορυφαίες στιγμές την αποκάλυψη της αρχαίας οχύρωσης των Ιωαννίνων, την ίδρυση του Μουσείου Αργυροτεχνίας στο Κάστρο Ιωαννίνων, την ολοκλήρωση εργασιών στη δυτική νεκρόπολη της Αμβρακίας και την αποκατάσταση του κάτω διαζώματος του Θεάτρου της Δωδώνης, που αποδόθηκε στο κοινό το 2022. Υπήρξε συντονίστρια της επιτροπής για την ένταξη της Νικόπολης στον κατάλογο της UNESCO, καθώς και για την εγγραφή των ελασμάτων της Δωδώνης στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου». Μετά την αφυπηρέτησή της συνεχίζει ενεργά το έργο της, διευθύνοντας ανασκαφές στη Βασιλική του επισκόπου Αλκίσωνος στη Νικόπολη, στο Βουλευτήριο της Δωδώνης και στην Κοιλάδα του Άνω ρου του Αχέροντα.
Πού ακριβώς βρίσκεται η Αμφίπολη και γιατί η γεωγραφική της θέση υπήρξε τόσο καθοριστική; Πώς «διαβάζεται» μια πόλη που ιδρύθηκε από Αθηναίους, άνθησε στη μακεδονική επικράτεια και μετασχηματίστηκε στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους; Και πόσο δύσκολο είναι να ανασυνθέσουμε τον δημόσιο πυρήνα της, όταν τα νεότερα στρώματα έχουν ενσωματώσει, μετακινήσει ή σιωπηλά καλύψει τα αρχαία ίχνη; Ο καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας Δημήτρης Δαμάσκος εξηγεί. Η Αμφίπολη δεν είναι μόνο ένα όνομα φορτισμένο με ιστορικούς συνειρμούς· είναι, πρωτίστως, ένας τόπος που το φυσικό τοπίο, η στρατηγική γεωγραφία και οι διαδοχικές φάσεις κατοίκησης συνθέτουν ένα σύνθετο αρχαιολογικό πεδίο. Χτισμένη σε καίρια θέση, κοντά στον Στρυμόνα και σε άμεση σχέση με το Παγγαίο, η πόλη υπήρξε σταυροδρόμι οικονομικών δικτύων, στρατιωτικών επιδιώξεων και πολιτικών ανταγωνισμών ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ., όταν Iδρύθηκε από τους Αθηναίους, και στη συνέχεια εντάχθηκε δυναμικά στον μακεδονικό κόσμο. Η Αμφίπολη δεν είναι μόνο ένα σύμβολο ή ένα επικοινωνιακό γεγονός, αλλά ένα σύνθετο αρχαιολογικό πεδίο: ένας τόπος όπου το τοπίο, η πόλη και η μνήμη αλληλεπιδρούν, και όπου η πρόκληση δεν είναι μόνο η ανακάλυψη, αλλά κυρίως η ερμηνεία, η χαρτογράφηση και η σταδιακή αποκάλυψη μιας πόλης που άλλαξε πρόσωπα μέσα στους αιώνες. Ο Δημήτρης Δαμάσκος είναι καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ και είναι διδάκτορας κλασικής Αρχαιολογίας του Freie Universität Berlin. Έχει εργαστεί ως συμβασιούχος αρχαιολόγος στη Συλλογή Γλυπτών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και είχε αναλάβει για χρόνια την έκδοση του ετήσιου επιστημονικού περιοδικού του Μουσείου Μπενάκη. Το 2010 ήταν επισκέπτης ερευνητής στο Μουσείο Kelsey του Πανεπιστημίου του Michigan. Από το 2019 διευθύνει με τη Δημητρία Μαλαμίδου την ανασκαφή στην ακρόπολη της Αμφίπολης (https://amphipolisproject.org/). Η Μακεδονία βρίσκεται στον πυρήνα των ερευνητικών του ενδιαφερόντων. Έχει συγγράψει τόμο για τα γλυπτά στο Μουσείο της Καβάλας (2013) και πολλά άρθρα που αφορούν την τοπογραφία της Μακεδονίας και τη γλυπτική της. Από το φθινόπωρο του 2023 είναι επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Fitzwilliam του Cambridge στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος σε συνεργασία με το Μουσείο CSMVS, Mumbai με θέμα Ancient Worlds Project. Είναι Εταίρος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, αντεπιστέλλον μέλος του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αμερικής, και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου.
Τα Προσφυγικά είναι τόποι μνήμης, κοινωνικά πειράματα, κομμάτια μιας ιστορίας που άλλαξε ριζικά τον ελληνικό χώρο μετά το 1922. Συνοικισμοί που γεννήθηκαν από την ανάγκη, διαμόρφωσαν γειτονιές, ταυτότητες και τρόπους ζωής και σήμερα βρίσκονται κάπου ανάμεσα στη φθορά, τη διεκδίκηση και την επανεκτίμηση. Η Αμαλία Κωτσάκη είναι καθηγήτρια Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής και αναπληρώτρια κοσμήτωρ της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, όπου το 2005 αναγορεύθηκε διδάκτωρ. Το 2007 εξελέγη επίκουρη καθηγήτρια Ιστορίας & Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πολυτεχνείου Κρήτης. Tο διάστημα 2020-24 ήταν διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών και από το 2023 αναπληρώτρια κοσμήτωρ της σχολής. Το 2021 ίδρυσε το Εργαστήριο Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, Πόλης και Πολιτισμού (nearcicutuclab.gr) στο Πολυτεχνείο Κρήτης, του οποίου είναι διευθύντρια. To διάστημα 2014-26 διετέλεσε πρόεδρος του Κέντρου Αρχιτεκτονικής της Μεσογείου και το 2016-17 ήταν μέλος του Δ.Σ. του. Είναι εκπρόσωπος του Πολυτεχνείου Κρήτης στο δίκτυο Πανεπιστημίων UNITWIN UNESCO «Culture, Tourism, Development», ενώ αδιάλειπτα ενισχύει τις ελληνογαλλικές ακαδημαϊκές συνεργασίες, εκ των οποίων κυριότερη είναι το διεθνές ετήσιο θερινό σχολείο αρχιτεκτονικής και πόλης που συνδιοργανώνει στο Παρίσι με γενικό τίτλο «Paris Transformations». Το 2000 βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο της Τάξεως των Γραμμάτων και Καλών Τεχνών για διακεκριμένο νέο αρχιτέκτονα έως 40 ετών. Έχει διακριθεί με βραβεία σε πανελλήνιους και διεθνείς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς. Συγγραφέας και επιμελήτρια 10 βιβλίων που αφορούν κυρίως ζητήματα νεοελληνικής αρχιτεκτονικής, πόλης και πολιτισμού..
Όταν σκεφτόµαστε την κλασική Αθήνα, ο νους µας πηγαίνει αυθόρµητα στο λευκό µάρµαρο του Παρθενώνα και στις άχρωµες µορφές των αγαλµάτων. Κι όµως, αυτή η εικόνα απέχει πολύ από την πραγµατικότητα. Η αρχαία πόλη ήταν ένας κόσµος γεµάτος χρώµα: ζωγραφισµένοι ναοί, έντονα διακοσµηµένα αγάλµατα, δηµόσια κτίρια που λειτουργούσαν όχι µόνο ως αρχιτεκτονικά αλλά και ως ζωγραφικά σύνολα.Αν και οι πίνακες ζωγραφικής της κλασικής εποχής δεν έχουν σωθεί, οι αρχαίες γραπτές µαρτυρίες, η πολυχρωµία των γλυπτών και τα ίχνη χρώµατος στα µνηµεία της Ακρόπολης µάς βοηθούν να προσεγγίσουµε την αισθητική, την τεχνογνωσία και τη σηµασία της αθηναϊκής ζωγραφικής παράδοσης. Από τις αρχαϊκές κόρες και τους κούρους έως τον Παρθενώνα και το Ερέχθειο, το χρώµα λειτουργούσε ως φορέας νοήµατος, ιδεολογίας και κοινωνικών µηνυµάτων. Ʃήµερα θα αναζητήσουµε τη «χαµένη παλέτα» της Αθήνας: πώς άλλαξε η χρήση του χρώµατος από την αρχαϊκή ως την κλασική περίοδο, ποια υλικά και τεχνικές χρησιµοποιούσαν τα εργαστήρια, ποιος ήταν ο ρόλος των πρώτων υλών της Αττικής και πώς οι σύγχρονες έρευνες ανατρέπουν τη στερεότυπη, άχρωµη εικόνα της κλασικής τέχνης που έχουµε κληρονοµήσει.Η Χαρίκλεια Μπρεκουλάκη είναι αρχαιολόγος και ιστορικός της αρχαίας τέχνης και ειδικεύεται στην ελληνική ζωγραφική. Από το 2009 εργάζεται στο Τμήμα Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών) στην Αθήνα, όπου από το 2017 κατέχει τη θέση της κύριας ερευνήτριας. Η δρ. Μπρεκουλάκη ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στο Πανεπιστήμιο Paris I-Panthéon Sorbonne με θέμα «La peinture funéraire en Macédoine. Emplois et fonctions de la couleur IVe-IIe s. av. J.-C.», η οποία δημοσιεύτηκε στη σειρά «Μελετήματα» του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών (ΕΙΕ) το 2006 και εξακολουθεί να θεωρείται θεμελιώδες έργο για την ταφική ζωγραφική της αρχαίας Μακεδονίας.Από το 2022 είναι επιστημονική υπεύθυνη του προγράμματος με τίτλο «Τhe hunt frieze of Tomb II at Vergina, Greece: A novel interdisciplinary approach for the scientific investigation and revisualization of a painted masterpiece of the Classical World», το οποίο χρηματοδοτείται από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ). Επίσης, έχει συνεισφέρει σημαντικά στην κατανόηση των τεχνικών και της αισθητικής της αρχαίας ζωγραφικής από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι και τη ρωμαϊκή περίοδο, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στην επιστημονική προσέγγιση του χρώματος, στη σύνθεση και στη χρήση του ως αναγκαίου στοιχείου για μια ολοκληρωμένη ιστορική και καλλιτεχνική αποτίμηση της αρχαίας ζωγραφικής και πολυχρωμίας («Mycenaean painting in context. New discoveries, old finds reconsidered», σε συνεργασία με τους J. Davis και S. Stocker, 2015, «L’esperienza del colore nella pittura funeraria dell’Italia preromana», Νάπολη 2001). Πρόσφατα, επιμελήθηκε τον τόμο «Archaeology of colour: Technical studies in Greek and Roman painting and polychromy», ο οποίος εκδόθηκε από το ΕΙΕ στην Αθήνα το 2023.
Στο νέο επεισόδιο της σειράς Ιστορία Μίας Πόλης, η Αγιάτη Μπενάρδου συζητά με την αρχαιολόγο Αριάδνη Κλωνιζάκη για ένα από τα πιο αινιγματικά γλυπτά του Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο: το μαρμάρινο κεφάλι ενός αγοριού, έργο των αρχών του 1ου αιώνα μ.Χ., στο οποίο έχει χαραχθεί μεταγενέστερα ένας σταυρός.Το γλυπτό, πιθανότατα τμήμα επιτύμβιου μνημείου, βρέθηκε το 1927 στην περιοχή του Κολωνού, κοντά στην εκκλησία του Εσταυρωμένου. Η εκλεπτυσμένη απόδοση του προσώπου, η μελαγχολική έκφραση και το ασυνήθιστο σύμβολο στο μέτωπο οδηγούν σε ερωτήματα για την ταυτότητα του εικονιζόμενου παιδιού, αλλά και για τη στάση των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων απέναντι στα αρχαία έργα τέχνης.Μέσα από την έννοια της «χριστιανικής επανερμηνείας» (interpretatio christiana), το επεισόδιο φωτίζει πώς ένα αρχαίο γλυπτό μπορούσε να «εξαγνιστεί», να προστατευθεί και να επαναχρησιμοποιηθεί, αντί να καταστραφεί. Η συζήτηση αναδεικνύει τη σημασία του τόπου εύρεσης, τον ρόλο της αρχαιολογικής έρευνας και τον τρόπο με τον οποίο τα έργα τέχνης μπορούν να αποκτήσουν περισσότερες από μία ζωές και διαφορετικά νοήματα μέσα στον χρόνο.Η Αριάδνη Κλωνιζάκη είναι αρχαιολόγος, διδάκτωρ Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, επιμελήτρια αρχαιοτήτων και προϊσταμένη του Τμήματος Εκπαίδευσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Σπούδασε αρχαιολογία στο ΕΚΠΑ και Πολιτιστική Πολιτική & Διαχείριση στο Πανεπιστήμιο Warwick στη Μ. Βρετανία. Εργάζεται από το 2000 στο Υπουργείο Πολιτισμού. Η διδακτορική της διατριβή αφορά στη διάδοση της λατρείας του Ασκληπιού. Ασχολείται με τους Έλληνες θεραπευτές-θεούς, την αρχαία ελληνική θρησκεία και τα ιερά, τη γλυπτική, καθώς και την πολιτιστική πολιτική και διαχείριση.Εικόνα: Κεφάλι αγοριού με εγχάρακτο σταυρό στο μέτωπο από τον Κολωνό, Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. ευρ. Γ3665, 1ος αι. μ.Χ. © Ιστορικό και Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. © Ιστορικό και Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Φωτογράφος: Τ. Βρεττός
Στη μετεμφυλιακή Αθήνα, ο πολιτισμός δεν ήταν ποτέ ουδέτερος. Μουσική, θέατρο, εικαστικά και κινηματογράφος μετατράπηκαν σε πεδία συμβολικής αντιπαράθεσης, όπου ιδέες, αξίες και τρόποι ζωής συγκρούονταν, συχνά χωρίς να κατονομάζονται ανοιχτά. Ο λεγόμενος «πολιτισμικός Ψυχρός Πόλεμος» εκτυλίχθηκε μέσα στην καθημερινότητα της πόλης, διαμορφώνοντας γούστα, στάσεις και πολιτικές ευαισθησίες.Σε αυτό το επεισόδιο, η Τζένη Λιαλιούτη «περπατά» στην Αθήνα των δεκαετιών του ’50 και του ’60 και εξερευνά τους χώρους όπου ο πολιτισμός λειτούργησε ως γλώσσα πολιτικής: από συναυλιακές αίθουσες και γκαλερί μέχρι θέατρα και υπόγεια τζαζ κλαμπ. Αναζητά τις αντιδράσεις του κοινού, τις αθέατες εντάσεις πίσω από τις εκδηλώσεις και τα ίχνη που άφησε εκείνη η εποχή στη σημερινή πόλη.Η Ζηνοβία (Τζένη) Λιαλιούτη είναι επίκουρη καθηγήτρια Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ. Έχει συνεργαστεί ως μεταδιδακτορική ερευνήτρια με το UCD-Clinton Institute for American Studies, το ΑΠΘ, το Πάντειο Πανεπιστήμιο και το ΚΕΙΝΕ της Ακαδημίας Αθηνών. Έχει διδάξει στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου και στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Δημόσια Ιστορία» του ΕΑΠ. Έχει εκδώσει, επίσης, το βιβλίο «Ο αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα 1947-1989» (Αθήνα, 2016).
Επιγραφές σε εκκλησίες, σε τάφους, σε λιμάνια. Ονόματα απλών πιστών, ναυτικών, αρχόντων. Μικρές σιωπηλές μαρτυρίες που έχουν όμως πολλά να μας πουν. Μέσα από αυτές τις μικρές, σιωπηλές μαρτυρίες, ο Γιώργος Πάλλης, αρχαιολόγος με ειδίκευση στην αρχιτεκτονική γλυπτική, την επιγραφική και την τοπογραφία των μεσαιωνικών χρόνων και της οθωμανικής περιόδου, επιχειρεί να «ακούσει» τις φωνές των Βυζαντινών Κυκλαδιτών και να φωτίσει μια λιγότερο γνωστή, αλλά ουσιαστική σελίδα της ιστορίας των Κυκλάδων.Ο Γιώργος Πάλλης είναι αναπληρωτής καθηγητής Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η έρευνά του επικεντρώνεται στην αρχιτεκτονική γλυπτική, την επιγραφική και την τοπογραφία των μεσαιωνικών χρόνων και της οθωμανικής περιόδου, με έμφαση στην Αττική, στη Στερεά Ελλάδα και στα νησιά των Κυκλάδων. Έχει δημοσιεύσει μονογραφίες και άρθρα σε ελληνικά και ξένα επιστημονικά περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων. Είναι γενικός γραμματέας της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας και ενεργό μέλος άλλων επιστημονικών σωματείων. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αμαρυσία το βιβλίο του «Η Κηφισιά στα χρόνια της Επανάστασης: Τα πριν, τα γεγονότα, τα μετά». Το ενδιαφέρον του για την περιοχή του Αμαρουσίου οφείλεται στο γεγονός ότι είναι γηγενής Μαρουσιώτης και οικογένειά του ζει εκεί από τη δεκαετία του 1830.
Σε μια εποχή που τα Χριστούγεννα συχνά μοιάζουν με μια γρήγορη, φωτεινή παρένθεση μέσα στη χρονιά, υπάρχουν τόποι που κρατούν ακόμη ζωντανή τη μαγεία τους όχι ως φολκλόρ αλλά ως μνήμη, εμπειρία και ιστορία. Ένας από αυτούς τους τόπους είναι το Μουσείο Παιχνιδιών Μπενάκη. Εκεί, ανάμεσα σε καραβάκια, ξύλινες εκκλησίες για τα κάλαντα, κουκλάκια και Άι-Βασίληδες διαφορετικών εποχών μπορεί κανείς να ακολουθήσει τα χνάρια των Χριστουγέννων όπως τα έζησαν γενιές παιδιών στην Ελλάδα.Κάθε αντικείμενο της συλλογής μοιάζει με μικρό παράθυρο σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια: ένα καράβι που διηγείται ναυτικούς προορισμούς και προσμονές, ένα χειροποίητο παιχνίδι που γεννήθηκε από τη φαντασία, ένας Έλληνας Άγιος Βασίλης που στέκει απέναντι στον παγκοσμιοποιημένο Santa. Μέσα από αυτά ανακαλύπτουμε όχι μόνο πώς στόλιζαν, τραγουδούσαν ή έπαιζαν τα παιδιά αλλά και τι ονειρεύονταν, τι φοβούνταν, τι περίμεναν, τι σήμαινε, τελικά, γι’ αυτά η γιορτή.Η Μαίρη Βέργου, επιμελήτρια του Μουσείου Παιχνιδιών του Μουσείου Μπενάκη, κάνει μια μικρή αναδρομή μέσα από ιστορίες παιχνιδιών που εξακολουθούν να μιλούν, να συγκινούν και να φωτίζουν με τον δικό τους τρόπο το παρόν μας.Η Μαίρη Βέργου είναι αρχιτέκτων, απόφοιτη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με μεταπτυχιακή ειδίκευση στην Αρχιτεκτονική Μορφολογία και Ρυθμολογία.Είναι επιμελήτρια του Μουσείου Μπενάκη Παιχνιδιών που άνοιξε τις πόρτες του για το κοινό τον Οκτώβριο του 2017. Πυρήνας των εκθεμάτων του είναι η δωρεά της Μαρίας Αργυριάδη στο μουσείο το 1991 των 20.000 παιχνιδιών και παιδικών αντικειμένων.
Στο νέο επεισόδιο της σειράς «Ιστορία μιας πόλης», ο αρχαιολόγος και ερευνητής Στέλιος Λεκάκης μιλάει για τον Κηφισό, έναν ποταμό που διαπερνά την ιστορία της Αθήνας, αλλά σπάνια γίνεται ορατός. Ξεκινώντας από τις αρχαίες πηγές του Κηφισού και το φυσικό τοπίο που τις περιέβαλλε, εξετάζει την πορεία του ποταμού στην αρχαιότητα και τον καθοριστικό του ρόλο στη διαμόρφωση του αγροτικού και οικιστικού χώρου της Αττικής.Ο κ. Λεκάκης εξηγεί ποιοι σύγχρονοι οδικοί άξονες ακολουθούν σήμερα την αρχαία κοίτη, ποια σημεία της πόλης αποκαλύπτουν ακόμη τμήματα του ρέματος και ποιες μεγάλες τεχνικές παρεμβάσεις του 20ού και 21ου αιώνα διευθέτησαν ή κάλυψαν τον ποταμό. Αναφέρεται επίσης στον τρόπο με τον οποίο ο Κηφισός εμφανίζεται στη μυθολογία και τη λογοτεχνία, στα αρχαιολογικά ευρήματα που τεκμηριώνουν την ιστορική του πορεία καθώς και στις σύγχρονες περιβαλλοντικές προκλήσεις από τις πλημμύρες μέχρι τη διαχείριση των αστικών ρεμάτων.Τέλος, η συζήτηση αγγίζει εκπαιδευτικές και περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες γύρω από τον Κηφισό και το πώς η ανάδειξή του αποτελεί εργαλείο πολιτιστικής ευαισθητοποίησης για μια πόλη που καλείται να επανασυνδεθεί με το φυσικό της τοπίο.Ο Στέλιος Λεκάκης σπούδασε κλασική αρχαιολογία και διαχείριση πολιτιστικής κληρονομιάς στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο University College London. Είναι επίκουρος καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και δημιουργικός διευθυντής της εταιρείας: Mazomos Landscape and Heritage Consultants με έδρα το Βέλγιο. Γράφει για τα νησιωτικά τοπία, το πολιτικό στην αρχαιολογία και τα κοινά στη διαχείριση μνημείων. Κάποιες φορές γράφει και για το θέατρο.
Η Νάξος υπήρξε ένα νησί όπου η τέχνη, η τεχνολογία και οι καθημερινές πρακτικές διαμόρφωναν μια κοινωνία υπό συνεχή μεταμόρφωση. Από τη Μητρόπολη και τη Γρόττα ως τα Ύρια και το Τσικαλαριό, οι αρχαιολογικοί χώροι αποκαλύπτουν πώς οι τεχνίτες, τα λιμάνια και οι εμπορικές επαφές συνέδεσαν το νησί με το Αιγαίο και πιθανόν με μέρη πέρα από αυτό.Η αρχαιολόγος Ξένια Χαραλαμπίδου «διαβάζει» τα υλικά ίχνη που εξηγούν πώς διαμορφώθηκε η ταυτότητα της αρχαίας Νάξου μέσα από πίθους, αγγεία, χώρους συμποσίων και ταφές, ξεδιπλώνοντας την πορεία μιας κοινότητας μέσα από τη λατρεία, την καθημερινότητα και τις σχέσεις της με τον υπόλοιπο κόσμο.Η Ξένια Χαραλαμπίδου είναι απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και διδακτορικό στο ΕΚΠΑ. Έχει πραγματοποιήσει μεταδιδακτορική έρευνα στο ΕΚΠΑ, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, στη Βαρσοβία και στο Vrije Universiteit Amsterdam. Έχει συνεργαστεί με το Εργαστήριο Fitch της Βρετανικής Σχολής Αθηνών και με το Ινστιτούτο Νανοεπιστήμης και Νανοτεχνολογίας του «Δημόκριτου». Σήμερα είναι ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας και υποψήφια υφηγεσίας στο Université Paris 1 Panthéon-Sorbonne.Συνδυάζει τη μακροσκοπική και την αρχαιομετρική έρευνα, εστιάζοντας στις σχέσεις ελληνικών μητροπόλεων, αποικιών και αυτόχθονων πληθυσμών στην Κάτω Ιταλία και Σικελία (8ος-6ος αι. π.Χ.) και στην τεχνολογία, παραγωγή και χρήση της κεραμικής. Διευθύνει την ανασκαφή στο Τσικαλαριό Νάξου και συνδιευθύνει το πρόγραμμα στη Μητρόπολη-Γρόττα, ενώ συμμετέχει σε διεπιστημονικά έργα σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.Έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια της Θεσσαλίας, της Βαρσοβίας και της Κύπρου και στο Vrije Universiteit Amsterdam. Το 2026 θα διδάξει ως επισκέπτρια καθηγήτρια στο Université Paris 1. Στις δημοσιεύσεις της περιλαμβάνονται τρεις συλλογικοί τόμοι και ένας υπό έκδοση, καθώς και πλήθος επιστημονικών άρθρων.
Στην αρχαία Αθήνα, ο τρόπος που οι άνθρωποι τιμούσαν τους νεκρούς τους ήταν ιδιαίτερα σημαντικός και εκφραζόταν μέσα από συγκεκριμένα ταφικά έθιμα και την τέχνη. Οι λήκυθοι, μικρά αγγεία που χρησιμοποιούνταν στην ταφή, αποτελούσαν σύμβολα μνήμης και σεβασμού προς τους αποθανόντες. Παράλληλα, οι οικογένειες εξέφραζαν την αγάπη και τη λύπη τους μέσα από μνημεία και αγάλματα που αντικατέστησαν τα πιο απλά σημάδια στους τάφους. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, οι αρχές επέβαλαν περιορισμούς στην έκταση των εκδηλώσεων πένθους, αναδεικνύοντας έτσι μια αλλαγή στις κοινωνικές αντιλήψεις και πρακτικές της εποχής. Μέσα από τη μελέτη αυτών των ταφικών συνηθειών, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τις αξίες και την κουλτούρα της αρχαίας Αθήνας.Πώς τιμούσαν οι αρχαίοι Αθηναίοι τους νεκρούς τους μέσα από τα ταφικά τους έθιμα και την τέχνη; Πώς πίστευαν ότι έπρεπε να θυμούνται τους αγαπημένους τους; Τι ρόλο έπαιζαν τα αγγεία, οι λεγόμενες λήκυθοι, στην τελετή της ταφής; Και πώς τα μνημεία και τα αγάλματα αντικατέστησαν τα απλά σημάδια στους τάφους, δείχνοντας την αγάπη και τη θλίψη των οικογενειών; Τέλος, γιατί οι αρχές αποφάσισαν να βάλουν τέλος σε αυτές τις μεγάλες εκδηλώσεις πένθους;Η Κάτια Μαργαρίτη είναι διδάκτωρ Κλασικής Αρχαιολογίας με σπουδές στο τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και στο University College London. Η διδακτορική της διατριβή έχει θέμα τον θάνατο της αγάμου κόρης στην Αθήνα των κλασικών χρόνων και έχει εκδοθεί από τον εκδοτικό οίκο Archaeopress στην Αγγλία. Έχει δημοσιεύσει εκτενώς σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζουν στην ταφική τέχνη, στις ταφές και στα ταφικά έθιμα, στη γλυπτική και στην αγγειογραφία της αρχαίας Αθήνας καθώς και στα ζώα στην αρχαία τέχνη. Το βιβλίο της για τον θάνατο και την ταφή στην κλασική Αθήνα κυκλοφόρησε το 2021 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας. Αυτό το διάστημα συγγράφει μια μονογραφία για τον σκύλο στην αρχαία αττική τέχνη και ένα βιβλίο για τα ζώα στην αρχαία Ελλάδα μαζί με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης Kenneth Kitchell, το οποίο θα εκδοθεί από τον εκδοτικό οίκο Routledge. Είναι research associate του τμήματος Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Reading.
Η Αγιάτη Μπενάρδου συζητά με τον αρχαιολόγο και ερευνητή Στέλιο Λεκάκη για τον ποταμό Ηριδανό, τον μικρό αλλά σημαντικό υδάτινο άξονα που επηρέασε βαθιά την εξέλιξη της αρχαίας Αθήνας.Υπήρξε καθοριστικός για την οργάνωση της πόλης: τροφοδότησε την Αγορά, όρισε συνοικίες, υπαγόρευσε τα όρια του Κεραμεικού και αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τους αρχαίους Αθηναίους. Σήμερα, αν και το μεγαλύτερο μέρος του ρέει υπόγεια, τμήματά του αποκαλύπτονται μέσα από ανασκαφές στον Κεραμεικό, στον σταθμό του μετρό στο Μοναστηράκι αλλά και σε υπόγεια σημεία της σύγχρονης πόλης που διασχίζουμε καθημερινά χωρίς να το γνωρίζουμε.Η συζήτηση φωτίζει τη διαδρομή του ποταμού από τις αρχαίες πηγές του έως την κατάληξή του στον Ιλισό, αποκαλύπτει τον συμβολισμό του στη μυθολογία, αναδεικνύει τη σημασία του για την πολεοδομία και τη διαχείριση των υδάτων στην Αθήνα και εξετάζει τις σύγχρονες περιβαλλοντικές προκλήσεις που θέτουν τα υπόγεια υδατορεύματα.Ο Ηριδανός παραμένει ένα «ζωντανό απολίθωμα» κάτω από τον αστικό ιστό της Αθήνας – μια υπενθύμιση ότι η πόλη χτίστηκε πάνω στο νερό, και αυτό, αν και αόρατο, συνεχίζει να τη διαμορφώνει.Ο Στέλιος Λεκάκης σπούδασε Κλασική Αρχαιολογία και Διαχείριση Πολιτιστικής Κληρονομιάς στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο University College London. Είναι ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Newcastle με αντικείμενο την αρχαιολογία, τον χαρακτηρισμό, την πρόσληψη και τη διαχείριση του πολιτιστικού τοπίου, ενώ παράλληλα διδάσκει Πολιτική Οικονομία στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.Συνεργάζεται με ΜΚΟ –είναι ιδρυτικό μέλος της MONUMENTA– καθώς και με πανεπιστήμια ως Σύμβουλος Διαχείρισης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, με έμφαση σε συμμετοχικές στρατηγικές και στην πολιτιστική πληροφορική. Αρθρογραφεί για τα νησιωτικά τοπία, την πολιτική διάσταση της αρχαιολογίας και τη διαχείριση μνημείων.Είναι επίσης δημιουργικός διευθυντής της εταιρείας Mazomos Landscape and Heritage Consultants BVBA.
Ποια ήταν η θέση της Χαλκίδας στο δίκτυο επικοινωνίας και εμπορίου του Ευβοϊκού Κόλπου μετά την πτώση των μυκηναϊκών ανακτόρων; Πώς τα ταφικά ευρήματα και τα εργαστήρια στο Λευκαντί αποκαλύπτουν κοινωνικές ιεραρχίες, τεχνική δεξιοτεχνία και πρώιμες μορφές αστικοποίησης; Και πώς οι Ευβοείς, μέσα από τη ναυτική τους δραστηριότητα, άνοιξαν τον δρόμο για τη μεγάλη διασπορά προς την Ιταλία και τη Σικελία;Η Αγιάτη Μπενάρδου συνομιλεί με την αρχαιολόγο Ξένια Χαραλαμπίδου, απόφοιτη του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, και μαζί αναζητούν την ταυτότητα μιας περιοχής που υπήρξε κοιτίδα καινοτομίας, θαλάσσιων διαδρομών και πρώιμης πόλης.Η Ξένια Χαραλαμπίδου είναι αρχαιολόγος και ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του ΙΤΕ, καθώς και υποψήφια υφηγεσίας στο Université Paris 1 Panthéon-Sorbonne. Απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και διδακτορικό με Άριστα από το ΕΚΠΑ, έχει πραγματοποιήσει μεταδιδακτορική έρευνα σε πανεπιστήμια της Ελλάδας, της Πολωνίας και της Ολλανδίας – στο ΕΚΠΑ, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, τη Βαρσοβία και το Vrije Universiteit Amsterdam.Έχει συνεργαστεί με το Εργαστήριο Fitch της Βρετανικής Σχολής Αθηνών και το Ινστιτούτο Νανοεπιστήμης και Νανοτεχνολογίας του «Δημόκριτου», ενώ συνδυάζει τη μακροσκοπική με την αρχαιομετρική προσέγγιση στην έρευνά της. Το έργο της εστιάζει στις σχέσεις ανάμεσα σε ελληνικές μητροπόλεις, αποικίες και αυτόχθονες πληθυσμούς στην Κάτω Ιταλία και Σικελία (8ος–6ος αι. π.Χ.), καθώς και στην τεχνολογία, παραγωγή και χρήση της κεραμικής.Διευθύνει την ανασκαφή στο Τσικαλαριό Νάξου και συνδιευθύνει το πρόγραμμα στη Μητρόπολη–Γρόττα, ενώ συμμετέχει σε διεπιστημονικά ερευνητικά έργα σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Θεσσαλίας, Βαρσοβίας, Κύπρου και στο Vrije Universiteit Amsterdam, ενώ το 2026 θα διδάξει ως επισκέπτρια καθηγήτρια στο Université Paris 1.Στις δημοσιεύσεις της περιλαμβάνονται τρεις συλλογικοί τόμοι (και ένας υπό έκδοση), καθώς και πολυάριθμα επιστημονικά άρθρα για την αρχαιολογία και την υλική κουλτούρα του αρχαίου ελληνικού κόσμου.
Στο νέο επεισόδιο της σειράς «Ιστορία Μιας Πόλης», η Αγιάτη Μπενάρδου συναντά τον καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας, Δημήτρη Μποσνάκη, και μαζί ξετυλίγουν το συναρπαστικό χρονικό της ανακάλυψης του Ασκληπιείου, ενός από τα σπουδαιότερα ιερά του ελληνιστικού κόσμου.Μέσα από την έρευνα, τα αρχεία και τις ανθρώπινες ιστορίες που τη συνοδεύουν, αποκαλύπτεται ένα πολύπλευρο αφήγημα: από τον αρχαιολόγο Ρούντολφ Χέρτζογκ και τον σκηνοθέτη Βέρνερ Χέρτζογκ έως τον Ιάκωβο Ζαρράφτη και τον Paton, πρόσωπα που με διαφορετικούς τρόπους συνέβαλαν στην ταύτιση του ιερού χώρου και στη διάδοσή του στο διεθνές κοινό.Μέσα από την έρευνα και το βλέμμα του Δημήτρη Μποσνάκη, το Ασκληπιείο αποκαλύπτεται όχι μόνο ως τόπος ιστορικής σημασίας αλλά και ως πεδίο ανθρώπινων ιστοριών, όπου τα «σημάδια ζωής» των αρχαιολόγων, των δημιουργών και των ίδιων των μνημείων συνεχίζουν να ζουν μέχρι σήμερα.Ο Δημήτρης Μποσνάκης είναι καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Σπούδασε Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας.Έχει εργαστεί ως επιμελητής εκθέσεων στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και για είκοσι χρόνια υπηρέτησε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, αρχικά ως συμβασιούχος και στη συνέχεια ως μόνιμος αρχαιολόγος, διευθύνοντας δεκάδες σωστικές ανασκαφές σε νησιά της Δωδεκανήσου.Η ερευνητική του δραστηριότητα επικεντρώνεται στην Αρχαιολογία του Θανάτου (γλυπτική, εικονογραφία, επιγραφές και ταφικά έθιμα). Το 2020 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Κατηφείη και Όνειδος - Ταπεινωμένοι και Καταφρονεμένοι Νεκροί» από τις εκδόσεις του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων, μια μελέτη που φωτίζει άγνωστες όψεις της αρχαίας κοινωνίας μέσα από τα μνημεία των ταπεινωμένων και λησμονημένων νεκρών.
Στην καρδιά των Κυκλάδων, δίπλα στο ιερό νησί του Απόλλωνα, βρίσκεται η Ρήνεια: ένας τόπος που έμεινε για αιώνες στη σκιά, χρησιμοποιήθηκε ως νεκρόπολη, ως χώρος εξορίας και τελετουργικής «κάθαρσης». Από τις παιδικές ταφές και τα σπάνια κοσμήματα μέχρι τις ενδείξεις βίαιων θανάτων, οι αρχαιολογικές ανασκαφές φανερώνουν ότι το νησί δεν ήταν ποτέ πραγματικά ακατοίκητο – απλώς δεν είχε φωνή. Τι κρύβει το χώμα της Ρήνειας; Και τι μας λέει αυτός ο σιωπηλός τόπος για τον τρόπο με τον οποίο οι αρχαίοι αντιμετώπιζαν τον θάνατο, την απώλεια και τη μνήμη; Ένα αρχαιολογικό μυστήριο που παραμένει εν μέρει θαμμένο κάτω από το φως του Αιγαίου.
Η Δήλος δεν είναι απλώς ένας ακόμη αρχαιολογικός χώρος. Είναι ένας τόπος που υπήρξε το ιερό νησί του Απόλλωνα και της Άρτεμης αλλά και κομβικό οικονομικό κέντρο του αρχαίου κόσμου. Από τις ανασκαφές αποκαλύπτονται ίχνη ζωής που ξεκινούν από τους πρώτους οικισμούς και φτάνουν ως τη ρωμαϊκή εποχή: αγορές, οικίες, αποθήκες, ναοί, αγάλματα, αγγεία, επιγραφές και απομεινάρια πολιτισμών από Ανατολή και Αφρική. Υπάρχουν ακόμη αινιγματικές μαρτυρίες για μυστηριακές τελετές και απόκρυφες λατρείες. Σήμερα, η Δήλος παραμένει ένας αρχαιολογικός θησαυρός σε εξέλιξη, με τις νέες τεχνολογίες να αποκαλύπτουν λεπτομέρειες που δεν βλέπει το γυμνό μάτι. Και για όσους εργάζονται εκεί –αρχαιολόγους, συντηρητές, επισκέπτες– είναι ένας τόπος όπου το παρελθόν δεν έχει σιωπήσει, απλώς ψιθυρίζει πιο προσεκτικά.
Το όνομά του συνδέεται με μερικά από τα πιο εμβληματικά δημόσια κτίρια της Αθήνας — το Ωδείο Αθηνών, το σχολείο της Ακαδημίας Πλάτωνος, το νοσοκομείο «Σωτηρία». Ποιος ήταν όμως ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος;Η διαδρομή του ξεκινά από τη Χίο και φτάνει στη Βαϊμάρη και το Βερολίνο, όπου διαμορφώνεται η σχέση του με τις αρχές του Μπάουχαους και γεννιέται η βαθιά του πίστη στην αξία της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης. Στην Ελλάδα, επιχειρεί να φέρει τις ιδέες του μοντερνισμού σε έναν τόπο γεμάτο αντιφάσεις, συγκρούσεις και πολιτικές αναταραχές.Στο έργο του συναντιούνται η μοντέρνα σκέψη με την ελληνική ιστορία. Η αρχιτεκτονική του διαδρομή περνά από διάφορα στάδια, επηρεασμένη έντονα από το κοινωνικό του όραμα. Το Ωδείο Αθηνών, ίσως το πιο εμβληματικό έργο του, λειτουργεί ως σύμβολο αυτής της σύγκλισης: ένα κτίριο που δεν είναι απλώς ένας πολιτιστικός χώρος, αλλά μια πρόταση για το μέλλον της πόλης.Ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος αντιμετώπισε την αρχιτεκτονική όχι απλώς ως αισθητική έκφραση, αλλά ως εργαλείο για την αλλαγή της ζωής — της καθημερινότητας, της κοινωνίας, του ανθρώπου.Ο Λουκάς Μπαρτατίλας είναι διδάκτωρ Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής από το Πανεπιστήμιο Bauhaus της Βαϊμάρης. Εξειδικεύεται στην μοντέρνα αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα στη σύγχρονη κληρονομιά της σχολής του Μπάουχαους και στο έργο του Ιωάννη Δεσποτόπουλου. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Βόλο και έκανε τις μεταπτυχιακές του σπουδές γύρω από την «Τέχνη στον Δημόσιο Χώρο» από το Πανεπιστήμιο Μπάουχαους της Βαϊμάρης. Έχει καταγωγή από την Αθήνα και κατοικεί από το 2010 στο Βερολίνο.Το 2019 επιμελήθηκε την έκθεση «Από το κτίριο στην Κοινότητα: ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος και το Bauhaus», η οποία πραγματοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Γκαίτε σε συνεργασία με τα Αρχεία Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής του Μουσείου Μπενάκη και το Ωδείο Αθηνών με την υποστήριξη του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας. Από το 2022, η έκθεση βρίσκεται μόνιμα στο Ωδείο Αθηνών.Κατά το παρελθόν, έχει συνεργαστεί με ιδρύματα, πολιτιστικούς οργανισμούς και αρχεία στην Ελλάδα και τη Γερμανία, όπως ο Πολιτιστικός Οργανισμός ΝΕΟΝ και η Αντιδημαρχία Κοινωνίας των Πολιτών του Δήμου Αθηναίων για διάφορα συμμετοχικά και ερευνητικά έργα γύρω από την γειτονιά της Κυψέλης, το Ίδρυμα Robert Bosch, και το Αρχείο Αρχιτεκτονικής της Ακαδημίας Τεχνών του Βερολίνου. Αυτή την περίοδο συνεργάζεται με το Ίδρυμα Bauhaus Dessau για τη δημιουργία σειράς συμπεριληπτικών ξεναγήσεων για διαφορετικά κοινά στα ιστορικά κτίρια και το Μουσείο του Ιδρύματος.Εικόνα: Το Ωδείο Αθηνών φωτογραφημένο από τον Λουκά Μπαρτστίλα
Ποια είναι η ιστορική πορεία της πόλης της Κύθνου από την Αρχαϊκή έως τη Ρωμαϊκή περίοδο; Ποια ιερά και λατρευτικά κτίρια έχουν εντοπιστεί και ποιες θεότητες φαίνεται να λατρεύονταν; Υπάρχει κάποιο «ξεχωριστό» εύρημα; Ποια είναι η συνεισφορά των ενάλιων ερευνών στην κατανόηση των λιμενικών εγκαταστάσεων στο Μανδράκι;Οι συστηματικές ανασκαφές των τελευταίων δεκαετιών στην Κύθνο, το γραφικό νησί των Κυκλάδων, τεκμηριώνουν συνεχή ανθρώπινη παρουσία από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι σήμερα. Η αρχαιολογική έρευνα στην Κύθνο συνεχίζει να φέρνει στο φως νέα στοιχεία για τη θέση του νησιού στον αρχαίο αιγαιακό κόσμο.Ο Αλέξανδρος Μαζαράκης Αινιάν είναι Καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας. Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και Αρχαιολογία στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών και εκπόνησε διδακτορική διατριβή στο UCL του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Εργάστηκε αρχικά ως αρχαιολόγος στο ΥΠΠΟ. Δίδαξε οκτώ χρόνια στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου και από το 1999-σήμερα είναι μέλος ΔΕΠ στο Τμήμα ΙΑΚΑ. Διετέλεσε πρόεδρος του τμήματος, διευθυντής του ενιαίου ΠΜΣ του τμήματος, και του ΠΜΣ «Αρχαιολογία Πεδίου και Υλικός Πολιτισμός» (2021 κ.ε.). Δίδαξε επίσης στα Μεταπτυχιακά προγράμματα του ΕΚΠΑ και του ΕΜΠ. Δίδαξε περιστασιακά ως Επισκέπτης Καθηγητής στη Γαλλία και στο Βέλγιο. Το 2017 εκλέχτηκε από τη Σύγκλητο Διευθυντής των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Θεσσαλίας. Ήταν και είναι Επιστημονικός Υπεύθυνος πολλών Ευρωπαϊκών και Εθνικών Προγραμμάτων. Διηύθυνε και διευθύνει ανασκαφές στη Σκάλα Ωρωπού Αττικής, την Κύθνο των Κυκλάδων (χερσαία και ενάλια), το Σωρό Μαγνησίας, την Κεφάλα Σκιάθου και τη Βάρη Αττικής. Την τρέχουσα περίοδο συμμετέχει στην διαδικασία ίδρυσης του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου Κύθνου και εποπτεύει την σύνταξη μελέτης για την ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου Ωρωπού. Έχουν εκδοθεί 4 βιβλία του: From Rulers' Dwellings to Temples. Architecture, Religion and Society in Early Iron Age Greece (1100-700 B.C.), Jonsered 1997, Όμηρος και Αρχαιολογία, Αθήνα 2000, The sanctuaries of Kythnos (Cyclades), Rennes 2019 και Ανασκαφές Ωρωπού. Πρωτογεωμετρική-υποπρωτογεωμετρική περίοδος (10ος – 9ος αι. π.Χ.), Βόλος 2020.
loading
Comments (1)

Evaggelia Chatzenikolau

Ιδιαίτερα σημαντική η εκπομπή σας... ευχαριστούμε όλους 🌺🙏🌺🙏

Jul 6th
Reply