DiscoverThe Review
The Review
Claim Ownership

The Review

Author: LIFO PODCASTS

Subscribed: 104Played: 1,201
Share

Description

Νέες ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, βιβλία, θεατρικές παραστάσεις, εικαστικές εκθέσεις και ό,τι άλλο συζητιέται στον πολιτισμό.
100 Episodes
Reverse
Τρόμαξε ο Ορχάν Παμούκ να σώσει από τα νύχια και τις διαστρεβλώσεις αμερικανικής εταιρείας το μυθιστόρημά του, το παρέδωσε σε Τούρκο παραγωγό και γυναίκα σκηνοθέτιδα, έλεγξε κάθε λέξη του σεναρίου και βγήκε τελικά κάτι σπουδαίο. Παίζει και ο ίδιος, τον εαυτό του, στη σειρά, που ανασυστήνει τη συναρπαστική ερωτική ιστορία της πανέμορφης 18χρονης φτωχής Φισούν και του 30χρονου εργοστασιάρχη Κεμάλ, που, δέσμιος της τάξης και του αρραβώνα του, αδυνατεί να της δώσει αυτό που ονειρεύεται, αποκλειστικότητα. Ένας έρωτας βγαλμένος λες από τουρκική μελό ταινία, σαν αυτές στις οποίες ονειρεύεται να πρωταγωνιστήσει η ηρωίδα. Κι όλα αυτά σε μια Τουρκία που στα μέσα της δεκαετίας του 1970 αδυνατεί να ξεμπερδέψει με το ταμπού της παρθενίας και να ανοιχτεί στη δυτική νεωτερικότητα. Δείτε τη σειρά «Το Μουσείο της Αθωότητας» στο Netflix, αλλά διαβάστε και το μυθιστόρημα (εκδόσεις Πατάκη). 
Αν τα παραπάνω ακούγονται λίγο μελό και συμβατικά, μην ταράζεστε. Ο υπερταλαντούχος Γ. Γεωργόπουλος στην τρίτη του μεγάλου μήκους ταινία πετυχαίνει και τα δυο μεγάλα ζητούμενα για το ελληνικό σινεμά: να «πιάσει» τους πάντες και συγχρόνως το θέμα και η σκηνοθεσία του να είναι λεπτοδουλεμένα, αποτελώντας μια συγκροτημένη σύγχρονη καλλιτεχνική πρόταση.  Η Πάττυ από την Ικαρία έρχεται στον Πειραιά να μαθητεύσει δίπλα στον κορυφαίο, αλλά μυστηριώδη δάσκαλο του τζούντο, Γιούρι (υπέροχος ο Β. Μουρίκης). Μεγάλη της αντίπαλος στον δρόμο προς τους Ολυμπιακούς είναι η Ζωή, σταρ του τζούντο, με χρυσό μετάλλιο σε Ολυμπιάδα, που το χρωστάει στον Γιούρι. Σήμερα, όμως, δεν του μιλάει καν. Γιατί; Από τη συνάντηση των δυο κοριτσιών και τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους ποια θα πληγωθεί; Οι ιστορίες σεξουαλικής παρενόχλησης στο τζούντο, που είναι κυρίως «επαφή», πόση βάση έχουν; Ποιο μυστικό κρύβει ο Γιούρι;  Γυρισμένο στο Πέραμα, με μεγάλες ερμηνείες (Μορτ Κλωναράκη, Φιλίππα Κουτούπα, Γιούλα Μπούνταλη), γεμάτο παλιά ελληνική ποπ, με σασπένς και μια μονομαχία στο τατάμι σαν να βγαίνει από γουέστερν, αυτό το φιλμ δεν είναι απλώς μια πολύ καλή αθλητική ταινία αλλά μια ταινία για όλους, και της αξίζουν τα πάντα. 
Στην εποχή του το μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ είχε προκαλέσει σκάνδαλο: άγριο, βίαιο, οργισμένο, ερωτικό, δεν ταίριαζε στην εικόνα μιας γυναίκας συγγραφέα. Άργησε να μπει στον λογοτεχνικό κανόνα, αλλά ο κόσμος του κατέκτησε στο διάβα των χρόνων αναγνώστες και… θεατές, αφού ενέπνευσε πολλές διάσημες ταινίες, καθεμιά με την ερμηνεία της. Μέχρι που ήρθε η Βρετανή Έμεραλντ Φένελ, σκηνοθέτρια της ταινίας «Υποσχόμενη νέα γυναίκα», και έστησε μια υπερπαραγωγή εκμεταλλευόμενη δύο λαμπερούς κινηματογραφικούς σταρ, τη Μάργκο Ρόμπι και τον Τζέικομπ Ελόρντι (δύο δεκαετίες μεγαλύτερους από την Κάθριν και τον Χίθκλιφ), αφήνοντας σοφά στον δρόμο της προς την παγκόσμια πρεμιέρα ερεθιστικά ψιχουλάκια για τους φαν, που αδημονούσαν: σαδομαζοχισμός, καυτό σεξ και τα γνωστά. Ένα γκλάμορους προϊόν γεννήθηκε. Η Έμιλι Μπροντέ, όμως, που πήγε; Η Φένελ χρησιμοποιεί μόνο το μισό μυθιστόρημα (το έχουν κάνει, βέβαια, κι άλλοι) ασχολούμενη απλώς με τη σχέση της Κάθριν και του Χίθκλιφ, της έφηβης κόρης εύπορης οικογένειας και του μικρού «γυφτόπουλου», που φέρνει ο φιλεύσπλαχνος πατέρας της στο κάστρο τους, τα Ανεμοδαρμένα Ύψη. Η σχέση τους, φυσικά, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, η Κάθριν πεθαίνει από έρωτα, ο Χίθκλιφ εξελίσσεται σε ένα αιμοβόρο θηρίο που ζει μόνο για την εκδίκηση και την καταστροφή, κάτι που στην ταινία φυσικά δεν βλέπουμε, για να μείνει ο κούκλος Ελόρντι στο απυρόβλητο· για να ταυτιστούμε και να πλαντάξουμε με έναν ρομαντικό έρωτα (αλλά και μπόλικο σεξ που η Μπροντέ δεν είχε προβλέψει).   
Ο Ίστβαν μεγαλώνει σε πόλη της κομμουνιστικής Ουγγαρίας, λίγο πριν από την πτώση του καθεστώτος, μοναχικός, φοβισμένος, περιθωριοποιημένος – ένας ξένος. Ο συγγραφέας ακολουθεί τον ήρωά του από την εφηβεία μέχρι την αρχή των γηρατειών σε ένα ιλιγγιώδες ταξίδι που θα τον οδηγήσει από την Ουγγαρία στο Λονδίνο, στην κορυφή του αδιανόητου πλούτου και της σκοτεινής εξουσίας. Πάντα λιγομίλητος, ανεξιχνίαστος, χωρίς περιττά αισθήματα και προβληματισμούς. Είναι, όμως, ο Ίστβαν ένα «πρωτόγονο αρσενικό», όπως τον χαρακτηρίζει ο μεγαλύτερος εχθρός του; Ή μήπως είναι ένας απλός, συνηθισμένος, σαν όλους μας, άνθρωπος που παρασύρεται από τις δυνάμεις και τις συνθήκες της ζωής, ζώντας τη δική του μικρή προσωπική τραγωδία; Η «Σάρκα», όπως και ο ήρωάς της, είναι λιτή, απογυμνωμένη λογοτεχνία που διαβάζεται τόσο εύκολα ώστε δεν μπορείς να την αφήσεις από τα χέρια σου. Η πορεία του ήρωα στον κόσμο, οι έρωτες και οι συναντήσεις του, η φτώχεια και τα αμύθητα πλούτη του, τα λάθη και οι απώλειές του μέσα στη σημερινή Ενωμένη Ευρώπη της μετανάστευσης και της κινητικότητας βρίσκουν την ιδανική ενσάρκωση στην αφήγηση του Σόλοϊ.   
Δεν θα γίνει της μόδας αυτό το νέο ελληνικό μυθιστόρημα. Αλλά ποιος άλλος έχει σήμερα το τρελό χιούμορ, τη σαρκαστική ματιά, το ιερόσυλο πνεύμα και τη λογοτεχνική μαεστρία του Ηπειρώτη Βασίλη Γκουρογιάννη; Τα «Κιάλια του Βασίλη Τσουικόφ» (εκδόσεις Μεταίχμιο), σαν το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, που ο ηλικιωμένος κομμουνιστής μισεί, επειδή οι αστοί το αποθεώνουν, είναι μια σπαραχτική επιστροφή στις ουτοπίες και τις διαψεύσεις του εγχώριου κομμουνισμού. Ο Εμφύλιος, ο Άρης Αλεξάνδρου, η Μεταπολίτευση, ο Φλωράκης (που είναι ήρωας του μυθιστορήματος), η τζιζ για το ΚΚΕ λογοτεχνία (ο ομοφυλόφιλος Καβάφης) αλλά και όλα τα ιερά τέρατα της λογοτεχνίας της αριστεράς, από τον Ρίτσο ως τον Λειβαδίτη, αντιμετωπίζονται από τον Γκουρογιάννη χωρίς ταμπού, με ένα γέλιο απελευθερωτικό και αποκαθηλωτικό. Την ίδια στιγμή, ο συγγραφέας σέβεται τον ήρωά του, κυρίως την αβάσταχτη ερωτική μοναξιά ενός κομμουνιστή που φτάνει στο τέλος της ζωής του μόνος και ρημαγμένος, με το όνειρο πάντα μιας νέας επανάστασης. Μοναδική παρέα στη ζωή του ένα υπερφυσικό ζευγάρι σοβιετικά κιάλια, που έχει κρατήσει ενθύμιο από τις μάχες στον Γράμμο. Είναι ο δικός του τραγικός και παρανοϊκός τρόπος να κοιτάζει και να ερμηνεύει την πραγματικότητα. Μοναχικός, έξω από τον Περισσό, ενώ ακόμα και το κόμμα του αλλάζει και του γυρνάει την πλάτη.  
Άμνετ λεγόταν ο γιος του Σαίξπηρ που πέθανε το 1596, λίγα χρόνια προτού γραφτεί ο «Άμλετ». Άμνετ και Άμλετ ήταν τότε το ίδιο ακριβώς όνομα, οπότε σ’ αυτήν τη «σύμπτωση» βασίστηκε το 2020 η Βρετανή Μάγκι Ο’Φάρελ και έγραψε το μυθιστόρημα «Άμνετ», ένα από τα λογοτεχνικά ορόσημα εκείνης της χρονιάς. ‘Εβαλε στο κέντρο του όχι τόσο τον βάρδο όσο τη σχετικά άγνωστη και περιφρονημένη από την ιστορία σύζυγό του Αν Χάθαγουεϊ (την ερμηνεύει η Τζέσι Μπάκλεϊ, μεγάλο φαβορί, και δικαίως, για το Όσκαρ). Της δίνει μια λαμπρή, αν και κόντρα στα ελισαβετιανά ήθη προσωπικότητα, αυτή μιας ελεύθερης, δυνατής γυναίκας που ο Σαίξπηρ ερωτεύεται με πάθος και παντρεύεται. Ο θάνατος του γιου τους Άμνετ τη διαλύει, ενώ ο Γουίλ ουσιαστικά ζει στο Λονδίνο, μακριά της, χτίζοντας τον θεατρικό του μύθο.       Ο’Φάρελ και Ζάο προσπαθούν να πείσουν, και το καταφέρνουν, ίσως περισσότερο η σκηνοθέτις, ότι ο «Άμλετ», η τραγωδία ενός πρίγκιπα που έχει το όνομα ενός νεκρού 11χρονου αγοριού, είναι η έκφραση του πένθους του συγγραφέα του, και η κάθαρσή του. Βιβλίο και ταινία χτίζονται γύρω από αυτή την απώλεια, εξού και αναγνώστες και θεατές χύνουν πολλά ή λίγα δάκρυα. Στο τέλος έρχεται μια ανάταση, αυτή που μόνο η τέχνη, του Σαίξπηρ και η δική μας, η σημερινή, χαρίζουν, μεταπλάθοντας το προσωπικό πένθος σε πανανθρώπινο.    
Μια εύκολη, ίσως και αδιάφορη γραφή, αλλά θέματα εκρηκτικά (σχέσεις, σεξ, αναζητήσεις και φιλίες νεαρών Ιρλανδών), έκαναν τη Σάλι Ρούνεϊ, στα 32 της μόλις, σταρ και μιντιακό φαινόμενο – βοήθησε και η τηλεοπτική μεταφορά δύο μυθιστορημάτων της («Κανονικοί Άνθρωποι» και «Συζητήσεις με φίλους»). Εκτός από φαν, όμως, είχε και πολύ σνομπάρισμα: πόλωνε και δίχαζε τους φίλους της λογοτεχνίας.Όλα αυτά μέχρι που βγήκε το 2024 το «Ιντερμέτζο», μεγάλο (565 σελίδες η ελληνική έκδοση) και διαφορετικό. Κάποιοι την είδαν να βαδίζει στον δρόμο του μέγα συμπατριώτη της, του Τζόις. Η αλήθεια είναι ότι οι εσωτερικοί μονόλογοι των ηρώων της είναι καλοί, ωστόσο το «Ιντερμέτζο» διατηρεί τις κλασικές αρετές της συγγραφέως: συναρπαστικούς ήρωες και δύσκολες σχέσεις και ζωές στο σύγχρονο Δουβλίνο, ένα στόρι σπαραχτικό και ψιλοκαταθλιπτικό, γεμάτο ανατροπές και συγκρούσεις.Βασικοί ήρωες δυο αδέλφια, ο 32χρονος Πίτερ, ωραίος, κοσμικός και ανερχόμενος δικηγόρος, και ο 22χρονος Ίβαν, προβληματικός, αποτραβηγμένος από την κοινωνία, αλλά ιδιοφυής σκακιστής. Η ιστορία τούς πιάνει μετά τον θάνατο του πατέρα τους. Η σχέση τους περνάει από σαράντα κύματα, ενώ η προσωπική τους ζωή μπαίνει επίσης στο μικροσκόπιο της Ρούνεϊ. Από τη μια, ο Πίτερ, που έχει δύο αγαπημένες, μην μπορώντας να διαλέξει ανάμεσά τους, χάνεται σε έναν αυτο-οικτιρμό και μια κατάθλιψη ασύμβατη με τη φαινομενική γκλαμουριά της ζωής του. Και από την άλλη, ο Ίβαν χτίζει με μαγικό και ώριμο τρόπο που ξαφνιάζει μια σχέση χαράς και ουσίας με μια γυναίκα δεκατέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του.   
Η Στεφανία Γουλιώτη πέρασε το καλοκαίρι του 2025 παίζοντας την Ιοκάστη στον «Οιδίποδα» του Γιάννη Χουβαρδά. Δεν ξέρει, όμως, πολύ καλά μόνο το πρωτότυπο έργο αλλά και το πώς γράφει ο δαιμόνιος Αικ, συγγραφέας και σκηνοθέτης, από τα κορυφαία νέα ονόματα του βρετανικού θεάτρου, που διασκευάζει με πάθος και άποψη κλασικά αριστουργήματα – όχι μόνο τα δικά μας. Κι αυτό γιατί έπαιζε επί δύο χρόνια στην παράσταση της Κατερίνας Ευαγγελάτου «The Doctor», θεατρικό έργο του Άικ, βασισμένο σε έργο του Άρθουρ Σνίτσλερ, που έγινε μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία.Ο «Οιδίποδας» του Άικ (Νίκος Κουρής), που είναι ένας σημερινός ανερχόμενος πολιτικός αστέρας, προοδευτικός και με πάθος για την αλήθεια και τη διαφάνεια. Η υπόθεση εκτυλίσσεται το βράδυ των εκλογών, με τη νίκη του να θεωρείται πέρα από σίγουρη. Περιμένει τα αποτελέσματα παρέα με την οικογένειά του, τη μεγαλύτερη κατά 14 χρόνια γυναίκα του, Ιοκάστη (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη), την οποία λατρεύει, τα τρία τους παιδιά (Ετεοκλή, Πολυνείκη και Αντιγόνη), τον γαμπρό του Κρέοντα (Λάζαρος Γεωργακόπουλος) και την ηλικιωμένη μητέρα του Μερόπη (Ράνια Οικονομίδου), που καταφθάνει απροειδοποίητα. Από τη μια στιγμή στην άλλη, ο Οιδίποδας θα πέσει στην άβυσσο. «Είσαι του πατέρα σου φονιάς και της μάνας σου εραστής», του λέει ένας περίεργος τυφλός, μέλος σέχτας με προφητικές ιδιότητες.Ο Ρόμπερτ Άικ, μακριά από τα οντολογικά και φιλοσοφικά θέματα που θέτει ο Σοφοκλής, με έναν εντελώς κοσμικό Οιδίποδα, σε ένα σύμπαν χωρίς θεούς και χρησμούς να καθορίζουν την ανθρώπινη μοίρα, καταφέρνει να πλησιάσει με ένα κανονικό θρίλερ την αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου για το «ποιος είναι». Με αδυναμίες; Με ευκολίες; Όλα αυτά συζητούν η Βένα Γεωργακοπούλου με τη Στεφανία Γουλιώτη, συμφωνώντας και διαφωνώντας.  Παράταση των παραστάσεων μέχρι αρχές Φεβρουαρίου στη Στέγη για τον «Οιδίποδα» του Ρόμπερτ Άικ.
Δεκαετία του 1970. Η Έιλις, μια 40χρονη Ιρλανδή, μετανάστρια στη Νέα Υόρκη, ζει είκοσι χρόνια στο Λονγκ Άιλαντ με τον Ιταλό Τόνι και τα δυο παιδιά τους. Μια ερωτική προδοσία του συζύγου της, αλλά κυρίως το γεγονός ότι ο ίδιος και η τεράστια, παραδοσιακή, παρεμβατική ιταλική οικογένειά του, γονείς, αδέλφια, νύφες και ανίψια, ετοιμάζονται να καλωσορίσουν στο σόι τους το παιδί που θα γεννήσει η άλλη γυναίκα, αδιαφορώντας εντελώς για τα αισθήματά της, πίσω από την πλάτη της, κάνει τη Έιλις να ξεπεράσει τον εαυτό της.Επιστρέφει μετά από είκοσι χρόνια στην Ιρλανδία, μαζί με τα παιδιά της, χωρίς να έχει πάρει καμιά απόφαση για το μέλλον της και το γάμο της. Εκεί, όμως, ξαναφουντώνει ένας παλιός έρωτας με τον ωραίο Τζιμ που κάποτε του είχε ραγίσει την καρδιά. Κι αυτήν τη φορά ανοίγεται για την Έιλις το ενδεχόμενο μιας καινούργιας ζωής μαζί του. Τίποτα, όμως, δεν είναι εύκολο: τα ψέματα, τα μυστικά και οι στρατηγικές δίνουν και παίρνουν, προσφέροντας την ευκαιρία στον μεγάλο Ιρλανδό συγγραφέα να αποδείξει το μέγα βάθος της ματιάς του, τη λεπτότητα με την οποία πλησιάζει τους ήρωες του, το πόσο καλά καταλαβαίνει τις γυναίκες.Το «Λονγκ Άιλαντ» είναι ένα μυθιστόρημα που δεν μπορείς να αφήσεις από τα χέρια σου. Η Βένα Γεωργακοπούλου και ο Σάκης Ιωαννίδης, αποφεύγοντας τα πολλά σπόιλερ, συζητάνε τα θέματα που θίγει ο Κόλμ Τομπίν με μαεστρία: τα πολύπλοκα συναισθήματα, τη μοναξιά, που οδηγεί σε συμβιβασμούς ερωτικούς, την προδοσία στην οποία και ο καλύτερος των ανθρώπων μπορεί να καταλήξει, τη μετανάστευση και την αίσθηση του να είσαι παντού, τελικά, ξένος. Αλλά και την Ιρλανδία, που τόσο ζωντανά και με αγάπη αποτυπώνει.   
Ο Χρήστος Παρίδης συζητάει με τρεις εκλεκτούς προσκεκλημένους και ταυτόχρονα μέλη μιας άτυπης «επιτροπής», την ηθοποιό και σκηνοθέτιδα θεάτρου Σμαράγδα Καρύδη, τη σκηνογράφο, ενδυματολόγο και σκηνοθέτιδα του κινηματογράφου Εύα Νάθενα και τον ηθοποιό, σεναριογράφο και σκηνοθέτη Μιχάλη Ρέππα, για τις αγαπημένες τους ταινίες των δεκαετιών 1950, 1960 και μέχρι τις αρχές του 1970, αλλά και γι’ αυτές που πρότειναν εκείνοι ως τις δικές τους «10 καλύτερες». Ακούγονται επίσης ηχητικά μηνύματα από τον σκηνοθέτη και παραγωγό Κυριάκο Χατζημιχαηλίδη και τον ακαδημαϊκό Βρασίδα Καραλή, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ και συγγραφέα του βιβλίου «Μια ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου». Σε αυτό το podcast για τον παλιό, λαϊκό, «εμπορικό», όπως άδικα τον κατηγοριοποιούμε, ελληνικό κινηματογράφο των δεκαετιών 1950, 1960 και εν μέρει του 1970, προτού κυριαρχήσει ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος, στρέφοντας μεγάλη μερίδα του κοινού στην τηλεόραση, θα μιλήσουν για τις αγαπημένες τους ταινίες και θα ψηφίσουν τις καλύτερες. Ατενίζουν, χωρίς να νοσταλγούν, το ασπρόμαυρο παρελθόν της μεταπολεμικής Ελλάδας και σχολιάζουν με χιούμορ, κέφι και τρυφερότητα σκηνοθέτες και ηθοποιούς που άφησαν το στίγμα τους στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων και των Ελληνίδων.
Πέντε νεαρές γυναίκες –η Τζέσικα, η Πέρλα, η Τζούλι, η Ναΐμα και η Αριάν– βρίσκουν καταφύγιο σε έναν ξενώνα για μητέρες. Όλες έχουν μεγαλώσει κάτω από δύσκολες συνθήκες, ωστόσο προσπαθούν με όλες τους τις δυνάμεις να δημιουργήσουν ένα καλύτερο μέλλον για τις ίδιες και τα παιδιά τους, παρά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν καθημερινά. Μια βαθιά ανθρώπινη ταινία που σηματοδοτεί την επιστροφή των αδελφών Νταρντέν – βραβευμένων με δύο Χρυσούς Φοίνικες για τα Rosetta και L’Enfant – στον πυρήνα του αυθεντικού ευρωπαϊκού κοινωνικού σινεμά. Οι Νεαρές Μητέρες απέσπασαν το Βραβείο Σεναρίου στο φετινό Φεστιβάλ Καννών, επιβεβαιώνοντας ότι ακόμα και στους σκληρούς δρόμους μιας ανώνυμης ευρωπαϊκής πόλης, η ελπίδα μπορεί να γεννηθεί μέσα από μικρές, αυθεντικές πράξεις αγάπης.
Η μουσικοθεατρική παράσταση σε κείμενα και σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια, «Μάλιστα κύριε Ζαμπέτα», που παίζεται στο θέατρο Άλσος,παρακολουθεί την προσωπική ζωή του μεγάλου συνθέτη από τα πρώτα του βήματα ως παιδί τη δεκαετία του 1920 μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1992. Υπήρξε μια αυθεντική προσωπικότητα που αγαπήθηκε όσο λίγοι δημιουργοί από τους Έλληνες τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι επιτυχίες του τον ταξίδεψαν σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της εποχής του. Με πληροφορίες κυρίως από το βιογραφικό βιβλίο της Κατερίνας Ζαμπέτα, «Γιώργος Ζαμπέτας - Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω», και μερικά από τα πιο αγαπημένα και δημοφιλή του τραγούδια, επιχειρεί ένα ολοκληρωμένο αφιέρωμα τόσο στον ίδιο ως προσωπικότητα όσο και στο έργο του ως συνθέτη ανεπανάληπτων και αγαπημένων τραγουδιών. Στην παράσταση έχουν ενταχθεί ηχητικά ντοκουμέντα από συνεντεύξεις του ίδιου του συνθέτη και προβάλλονται αποσπάσματα από ελληνικές ταινίες που έντυσε με τη μουσική του. Πρωταγωνιστούν οι Βίκυ Σταυροπούλου, Κώστας Κόκλας, Γιάννης Τσιμιτσέλης,Δανάη Μπάρκα,Λευτέρης Ελευθερίου,Ελένη Καρακάσηκαι Χριστίνα Τσάφου.
O Λουκέντιος φθάνει στην Πάντοβα για να σπουδάσει, αλλά ερωτεύεται την Μπιάνκα, τη μικρότερη κόρη του ευγενή Μπατίστα, ο οποίος δεν θέλει να την παντρέψει πριν παντρευτεί η μεγάλη του κόρη, Κατερίνα. Παρά το γεγονός ότι η προίκα της Κατερίνας ως πρωτότοκης είναι μεγαλύτερη από της Μπιάνκα, κανείς δεν θέλει να την παντρευτεί επειδή είναι στρίγγλα!Στην Πάντοβα καταφθάνει από τη Βερόνα και ο Πετρούκιος, που μετά τον θάνατο του πατέρα του, γυρίζει τον κόσμο και ψάχνει να παντρευτεί μια κοπέλα με μεγάλη προίκα. Επισκέπτεται τον φίλο του, τον Ορτένσιο, ο οποίος είναι ένας από αυτούς που διεκδικούν την Μπιάνκα, και τον ρωτά αν ξέρει πού μπορεί να βρει μια τέτοια νύφη. Ο Ορτένσιος τον ενημερώνει για την Κατερίνα, τη μεγάλη της προίκα αλλά και για τους λόγους που κανένας δεν τη θέλει. Ο Πετρούκιος ζητάει από τον Μπατίστα το χέρι της Κατερίνας κι εκείνος δέχεται. Πριν από το γλέντι του γάμου, προφασίζεται μια δουλειά και εξαφανίζεται για μέρες. Όταν επιστρέφει, αναγκάζει την Κατερίνα να φύγουν για τη Βερόνα. Εν τω μεταξύ, ο Ορτένσιος παρουσιάζεται στον Μπατίστα ως δάσκαλος της Μπιάνκα, προκειμένου να την πολιορκήσει ερωτικά. Το ίδιο κάνει και ο Λουκέντιος, ενώ παρουσιάζει τον Τράνιο ως Λουκέντιο, βάζοντάς τον να ζητήσει, ως Λουκέντιος πάντα, την Μπιάνκα από τον πατέρα της. Ο Μπατίστα δέχεται.Τελικά ο πραγματικός Λουκέντιος κερδίζει την καρδιά της Μπιάνκα και ο Ορτένσιος παντρεύεται μια πλούσια χήρα. Στο μεταξύ ο Πετρούκιος υποβάλλει την Κατερίνα σε διάφορα μαρτύρια μέχρι να του υποταχθεί πλήρως.
Το εμβληματικό βιβλίο της γαλλικής λογοτεχνίας, για πολλούς το αριστούργημα του αιρετικού Ζαν Ζενέ, που γράφτηκε το 1945 και έκανε την πρώτη του έκδοση το 1947, έγινε ευρύτερα γνωστό χάρη στην ταινία του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, «Querelle», και ταξιδεύει τον αναγνώστη στο λιμάνι της Βρέστης, σε έναν κόσμο σκληρό και βίαιο. Τα πρόσωπα: ο ναύτης Καβγατζής, ο αδελφός του ο Ρομπέρ, ο νεαρός Ζιλ Τιρκό, η μαντάμ Λιζιάν, πατρόνα του μπορντέλου Λα Φέρια, ο πατρόνος Νόνο, ο αστυνόμος Μαριό, ο υποπλοίαρχος Σεμπλόν. Φιγούρες ερωτικές, σαγηνευτικές, σκοτεινές, μεθυστικές, ηδονικές, μοιραίες οι οποίες ξεπηδούν μέσα από το σκοτάδι και την ομίχλη που σκεπάζει το λιμάνι και τα σοκάκια της Βρέστης. Εκεί όπου ο έρωτας συνομιλεί με τον θάνατο.
O Χρήστος Παρίδης και η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάνε για την τελευταία κομεντί του Γουές Άντερσον «Το Φοινικικό σχέδιο» και αναρωτιούνται ποιοι είναι οι λόγοι να τη δει κανείς αν δεν είναι μεγάλος φαν του. Έτσι, θέτουν ερωτήματα όπως: Ποιον αφορά η ταινία κι αν αποτελεί η εκπληκτική κι αναγνωρίσιμη αισθητική του Τεξανού δημιουργού αφορμή για να δούμε ακόμα μία εξεζητημένη σκηνοθετική απόπειρά του. Τέλος, αν πρόκειται πράγματι για μια αντι-καταπιλιστική κριτική αλληγορία της εποχής μας. Ο πλούσιος επιχειρηματίας Ζα-ζα Κόρντα μετά από μία ακόμα απόπειρα δολοφονίας του ορίζει τη μοναχοκόρη του και καλόγρια, ως μοναδική κληρονόμο της περιουσίας του. Βάζει στόχο να συγκεντρώσει κεφάλαια για ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο αλλά γίνεται στόχος δολοπλόκων μεγιστάνων, ξένων τρομοκρατών και εντεταλμένων δολοφόνων. Ποιος κερδίζει και τι από όλο αυτό το κομφούζιο;
Είναι η «Κιούκα: Πριν το τέλος του καλοκαιριού» η «ελληνική ταινία της χρονιάς»; Ο Χρήστος Παρίδης και η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάνε και διαφωνούν ως προς την αξία της νέας και πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του μόλις 31 ετών σκηνοθέτη Κωστή Χαραμουντάνη. Η «Κιούκα: Πριν το τέλος του καλοκαιριού» αφορά την ενηλικίωση δύο δίδυμων αδελφών, ενός αγοριού και ενός κοριτσιού. Κατά τη διάρκεια των διακοπών τους πάνω στο ιστιοφόρο του πατέρα τους, στο νησί του Πόρου, θα γνωρίσουν –σε μια απρόσμενη συνάντηση– τη μητέρα τους, η οποία τους είχε εγκαταλείψει όταν ήταν ακόμα μωρά. Με φόντο το ελληνικό καλοκαίρι, τη θάλασσα, τον ήλιο και τον Πόρο, η ταινία κινείται ανάμεσα στην οικογενειακή κομεντί και την προσωπική αναπόληση και ενδοσκόπηση ενός νέου δημιουργού, σχετικά με το δικό του πέρασμα από την εφηβεία. Σε κάθε περίπτωση, συνιστά ένα τολμηρό εγχείρημα. 
Πώς γίνεται μια ελληνική θεατρική παράσταση να ξεπερνά τους 100.000 θεατές; Πώς, χωρίς καμία σχεδόν διαφήμιση και αποκλειστικά μέσω της δύναμης του word of mouth, το «Μια Άλλη Θήβα» του Σέρχιο Μπλάνκο κατάφερε να γίνει το απόλυτο sold out; Στο έργο, ένας συγγραφέας συναντά επί μήνες στη φυλακή έναν εικοσάχρονο πατροκτόνο, τον Μαρτίν, με σκοπό να γράψει ένα θεατρικό βασισμένο στην ιστορία του. Του προτείνει να ερμηνεύσει τον ίδιο του τον εαυτό στη σκηνή. Όταν όμως αυτό απαγορεύεται από το υπουργείο, τον ρόλο του Μαρτίν αναλαμβάνει ο Φεδερίκο, ένας νεαρός ηθοποιός με τον οποίο ξεκινά πλέον να δουλεύει ο συγγραφέας. Το πιο ενδιαφέρον; Τους δύο ρόλους, του Μαρτίν και του Φεδερίκο, ερμηνεύει ο ίδιος ηθοποιός. 
Η έκθεση «Παναγιώτης Τέτσης: Η εμμονή του βλέμματος» με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του ζωγράφου, χαράκτη, δασκάλου και ακαδημαϊκού που διετέλεσε Πρόεδρος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής και Πρόεδρος του Δ.Σ. της Εθνικής Πινακοθήκης παρουσιάζει 160 έργα, πίνακες ζωγραφικής, χαρακτικά, ακουαρέλες και παστέλ σε επιμέλεια Έφης Αγαθονίκου. Η πλειοψηφία των έργων προέρχεται από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης, στην οποία περιήλθε έπειτα από δωρεές που πραγματοποίησε ο καλλιτέχνης μεταξύ 1997 και 2015 αλλά και 64 έργα από ιδιωτικές ή θεσμικές συλλογές. Η επιλογή των έργων έχει σκοπό να προβάλλει την «εμμονική» ματιά με την οποία παρατηρούσε το περιβάλλον του ο καλλιτέχνης και το μετουσίωνε εικαστικά αλλά και να ανακαλύψει άγνωστες πτυχές της καλλιτεχνικής του παραγωγής και τεχνοτροπίας.  Η Εθνική Πινακοθήκη εννέα χρόνια μετά το θάνατο του Παναγιώτη Τέτση και 26 χρόνια από την πρώτη αναδρομική επανέρχεται με αυτή τη νέα έκθεση. Ποιο αφήγημα υπηρετεί ως μέρος του ετήσιου προγράμματος της; Μπορεί η Τέχνη να μπει σε ιδεολογικά καλούπια;
Πόσο έξω έπεσαν σε σχέση με την αρχική τους αντίδραση, όταν άκουσαν ότι ο Χρήστος Μάστορας θα υποδυθεί τον Στέλιο Καζαντζίδη; Είναι η ταινία μια αγιογραφία ενός λαϊκού ήρωα ή προσεγγίζει πιο σφαιρικά μια πολύπλευρη προσωπικότητα; Υπάρχουν κοινά με την προ πενταετίας «Ευτυχία»; Και γιατί πιστεύουν ότι θα σπάσει ταμεία; Οι δημοσιογράφοι Αλέξανδρος Διακοσάββας και Μίνα Μπιράκου σχολιάζουν το πολυαναμενόμενο «Υπάρχω» του Γιώργου Τσεμπερόπουλου, επισημαίνοντας πόσο δύσκολο είναι αυτό που κατάφερε ο πρωταγωνιστής της. Η Μίνα Μπιράκου είναι content director της 24media. Το εβδομαδιαίο podcast της «Been There, Done That» είναι διαθέσιμο σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες.Η ταινία «Υπάρχω» προβάλλεται στους κινηματογράφους.  
Ο Αλέξανδρος Διακοσάββας και ο Βασίλης Λούρας σχολιάζουν το πολυαναμενόμενο biopic «Maria» του Πάμπλο Λαραΐν, την ερμηνεία της Αντζελίνα Τζολί, τις ιστορικές ανακρίβειες και το αν τελικά μαθαίνουμε κάτι καινούργιο για την πολύπαθη divina. Ήταν τελικά καλή επιλογή η Αντζελίνα Τζολί για τον ασύλληπτης δυσκολίας ρόλο της Μαρίας Κάλλας; Θα πρέπει να προετοιμάσει από τώρα τον οσκαρικό λόγο της; Τι μας κλοτσάει στην ερμηνεία της; Υπάρχουν ιστορικές ανακρίβειες σε όσα εκτυλίσσονται στην οθόνη; Ποιο σημείο της ταινίας αναμένεται να διχάσει; Τελικά, μαθαίνουμε κάτι καινούργιο για την πολύπαθη divina; Ο Αλέξανδρος Διακοσάββας και ο υπεύθυνος Προβολής, Επικοινωνίας & Τύπου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και δημιουργός του ντοκιμαντέρ «Μαίρη, Μαριάννα, Μαρία – Τα άγνωστα χρόνια της Κάλλας», Βασίλης Λούρας μιλούν για το πολυαναμενόμενο biopic «Maria» του Πάμπλο Λαραΐν και για τον τρόπο με τον οποίο «ζει» μέσα στη σημερινή ποπ κουλτούρα η Κάλλας και το legacy της. Η ταινία «Maria» προβάλλεται στους κινηματογράφους από το Cinobo και τη Faliro House.
loading
Comments