DiscoverΒιβλιοαναγνώσεις - ηχητικά βιβλία φαντασίας στα ελληνικά - audiobooks
Βιβλιοαναγνώσεις - ηχητικά βιβλία φαντασίας στα ελληνικά - audiobooks

Βιβλιοαναγνώσεις - ηχητικά βιβλία φαντασίας στα ελληνικά - audiobooks

Author: Γρηγόριος Καλογιάννης

Subscribed: 24Played: 328
Share

Description

Ερασιτεχνική αφήγηση λογοτεχνικών έργων φαντασίας, τρόμου και επιστημονικής φαντασίας.
Greek fantasy, science fiction, horror audiobooks.
Οι ηχογραφήσεις είναι ερασιτεχνικές, χωρίς επαγγελματικό εξοπλισμό, χώρο και εκπαίδευση, αποτελούν χόμπι, δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα και δεν αποκομίζω το παραμικρό όφελος, χρηματικό ή άλλο.

Λίστα έργων:
https://docs.google.com/spreadsheets/d/1XJt0UO168hh4F67BO1ntSeW8W-X_eCW7KbadqAg5zGc

email:
grkalogiannis@gmail.com
188 Episodes
Reverse
Τίτλος πρωτότυπου: Théophile Gautier "Arria Marcella" (1852)Η Άρρια Μαρκέλλα είναι ένα φανταστικό διήγημα του Θεόφιλου Γκωτιέ που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά την 1η Μαρτίου 1852 και είχε τον υπότιτλο Ανάμνηση της Πομπηίας στην επιθεώρηση Revue de Paris και έπειτα στην εφημερίδα Le pays, 24-28 Αυγούστου 1852. Ο Γκωτιέ το συμπεριέλαβε στη συλλογή Un trio de romans, εκδόσεις Victor Lecou, 1852, και στα Romans et contes, εκδόσεις Charpentier, 1863.Βρισκόμαστε στον 19ο αιώνα. Τρεις νεαροί φίλοι, ο Μαξ, ο Φάμπιο και ο Οκταβιανός, επισκέπτονται τα ερείπια της Πομπηίας. Ο μικρότερος των τριών, ο Οκταβιανός, κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης, διακρίνει το περίγραμμα του στήθους μιας νεαρής γυναίκας για πάντα φυλακισμένης στη στάχτη. Το βράδυ, μετά από ένα δείπνο, ο Οκταβιανός επιστρέφει μόνος στην αρχαία πόλη. Συνειδητοποιεί ότι περιπλανιέται στην αρχαία Πομπηία, πάνω από την οποία δεν πέρασαν ποτέ η στάχτη και η λάβα του Βεζούβιου. Το διήγημα παραπέμπει στα διηγήματα του Χόφμαν, ενός συγγραφέα για τον οποίο ο Θεόφιλος Γκωτιέ δεν κρύβει τον θαυμασμό του. Πιθανόν να ενέπνευσε το διήγημα Gradiva του Βίλχελμ Γένσεν, ένα φανταστικό αφήγημα του οποίου η δράση επίσης διαδραματίζεται στην Πομπηία, και όπου ο αφηγητής διηγείται τα όνειρά του που εμπνέονται από αυτή την πόλη που κάποτε ήταν θαμμένη κάτω από τις στάχτες.Η ιστορία του Γκωτιέ διαδραματίζεται στην πόλη της Πομπηίας τον 19ο αιώνα. Η αρχαία πόλη παρουσιάζεται στον αναγνώστη χάρη σε πλήθος ρεαλιστικών λεπτομερειών. Ο συγγραφέας φροντίζει να εμπλουτίσει τις περιγραφές του τόπου με πραγματικές λεπτομέρειες, που βρίσκουν τη θέση τους σήμερα στην Πομπηία, προκειμένου να ριζώσει τον αναγνώστη στην πραγματικότητα και να εισαγάγει καλύτερα τα φανταστικά γεγονότα που θα ακολουθήσουν. Έτσι, δίνονται τα ονόματα των σπιτιών «το σπίτι του χάλκινου ταύρου», «το σπίτι του Φαύνου», περιγράφεται ένα ψηφιδωτό ακόμα παρόν στην Πομπηία «ένας μολοσσός της Λακωνίας, φιλοτεχνημένος με εγκαυστική και συνοδευόμενος από την ιερή επιγραφή: Cave canem». Επιπλέον, η δράση θα διαδραματιστεί στην Έπαυλη του Διομήδη, υπαρκτή στην Πομπηία, Regio IV, θέση 16.Ο Οκταβιανός συναντά ένα πρώτο πρόσωπο, τον Ρούφο Ολκόνιο, ο οποίος τον υποδέχεται με καλοσύνη στο σπίτι του και προθυμοποιείται να του χρησιμεύσει ως οδηγός στις μελλοντικές του περιπλανήσεις στους δρόμους της Πομπηίας. Αυτή η συνάντηση επιτρέπει να εισαχθεί ο χαρακτήρας του Οκταβιανού στον άλλο κόσμο και να δημιουργήσει μια συναναστροφή μαζί του. Έτσι, αυτή η ευγενική εισαγωγή θα δώσει τη θέση της σε άλλες σκηνές της καθημερινής ζωής (μια κωμωδία που παίζεται στο θέατρο), άλλα πρόσωπα (ένας υπηρέτης που πηγαίνει για ψώνια) τα οποία δεν θα φαίνονται νεκρά με «ουσιαστικό» τρόπο αλλά θύματα μιας «διατάραξης του χρόνου». Έτσι, τελικά, ο άλλος κόσμος προσκαλεί το πραγματικό πρόσωπο να εισέλθει σε αυτόν.Δεν γίνονται όλες οι συναντήσεις με τον ίδιο τρόπο· μόλις γίνει αυτή η εισαγωγή, ο γυναικείος χαρακτήρας της Άρριας Μαρκέλλας είναι πολύ πιο άμεσος. Έτσι, όταν μετά τη θεατρική παράσταση, η υπηρέτρια επιφορτισμένη με τις απολαύσεις της κυρίας της ζητά από τον Οκταβιανό να την ακολουθήσει «η κυρία μου σας επιθυμεί, ακολουθήστε με», ο Οκταβιανός, ερωτευμένος με τη νεαρή γυναίκα, δεν μπορεί παρά να την ακολουθήσει μέχρι την έπαυλη αυτής της κυρίας που, χωρίς λέξη, του κάνει νόημα «να καθίσει δίπλα της στο ανάκλιντρο» και τελικά να αναγγείλει το θέμα του θανάτου και της αγάπης, που υπάρχουν σε αυτό το διήγημα, με αυτή τη φράση: «Δεν είναι κανείς πραγματικά νεκρός παρά μόνο όταν δεν τον αγαπούν πια».Πηγή ανάλυσης:https://fr.wikipedia.org/wiki/Arria_MarcellaΤο έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://fr.wikisource.org/wiki/Romans_et_Contes_de_Th%C3%A9ophile_Gautier/Arria_MarcellaΜετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Μια παράσταση θεάτρου σκιών μες στην ξέρα τού Ιούλη θα γίνει η αφορμή για τη γνωριμία τού μικρού Φοίβου με έναν μισότυφλο πλανόδιο καραγκιοζοπαίκτη˙ οπλισμένο με ένα παράξενο αίνιγμα και με ένα αρχαίο επιτραπέζιο παιχνίδι και σίγουρο πως είναι ξεχωριστό και προικισμένο με υπερφυσικά χαρίσματα, το αλαφροΐσκιωτο παιδί θα ξεκινήσει μια μακροχρόνια αναζήτηση για να αδράξει το απόκοσμο πεπρωμένο του. Διήγημα από τη συλλογή ιστοριών τρόμου "Ἐγώ εἰμι τὸ Ψέφος τοῦ κόσμου" (2022):Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λοιγός˙ το ζιζάνιο που ριζώνει στο λίκνο των Αιώνων˙ η αστραπή που καταβροχθίζει τα δάση τής Νωθρότητας˙ η θύελλα που διαβρώνει τα βουνά τής Απακμής˙ ο χείμαρρος που σαρώνει τις κοιλάδες τής Αδράνειας και ξεβράζει την ιλύ τής Πλάσης˙ το Πρώτο Κινούν. Έξι ιστορίες για κακόποτμα παρελθόντα και δυσοίωνα παρόντα, σκαλισμένες ευλαβικά στους αρχέγονους γρανίτες τού Τρόμου που φύονται σαν τιτάνιοι μύκητες στο συλλογικό ασυνείδητο των αστικών και αρχαίων μύθων, των λαογραφικών παραδόσεων και των παραμυθιών. Έξι αναπόδραστες παρτίδες, όπου οι τροχιές των ανδρείκελων συγκλίνουν, τέμνονται και αποκλίνουν, καταλήγοντας μονάχα σε ένα ξέπνοο σύρσιμο επάνω στα αδιάφορα κελιά τού Κοσμικού Άβακος. Έξι κολλώδη υφαντά, όπου τα άτακτα νήματα πυκνώνουν, σφίγγονται και στεριώνουν από τα υπερκόσμια χτένια, χαμένα και εκφυλισμένα μες στην περίτεχνη πλέξη τού Άναρχου Αργαλειού. Έξι πολυφωνικές μελωδίες που δοξολογούν ουρλιάζοντας τον κρατήρα τής Δημιουργίας˙ και το διακρότημά τους ανακράζει ως φωνή βροντής: «Ἐγώ εἰμι τὸ Ψέφος τοῦ κόσμου».Φρικτῶς καὶ ταχέως ἐπιστήσεται ὑμῖν˙ καὶ ἐμπεριπατήσει ἐν ὑμῖν.Ο Ατρέας Λιμβρός, κατά κόσμον Γιώργος Προφητηλιώτης, γεννήθηκε στην Έδεσσα το 1990 και πλέον ζει στην Αθήνα. Είναι Διδάκτωρ Μηχανικός τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Έργα του έχουν διακριθεί με Α’ Βραβείο Φαντασίας και Τρόμου στον πανελλήνιο διαγωνισμό φανταστικής λογοτεχνίας «Larry Niven». Η πρώτη του προσωπική συλλογή ιστοριών τρόμου, «Δημώδη ή Δειμώδη; A’: Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λοιγός», βραβεύτηκε το 2016 με το Α' Βραβείο Νουβέλας/Συλλογής Διηγημάτων στον πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό «Χριστόδουλος Πετρίδης». Οι επτά ιστορίες τής συλλογής «Ἐγώ εἰμι τὸ Ψέφος τοῦ κόσμου» γράφτηκαν την περίοδο 2015-2017.Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://www.openbook.gr/ego-eimi-to-psefos-toy-kosmoy/Ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: Edward Bulwer-Lytton "The House and the Brain" (1859)Το διήγημα του The Haunted and the Haunters; or, The House and the Brain αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά βικτωριανά κείμενα υπερφυσικής λογοτεχνίας, στο οποίο η φανταστική αφήγηση λειτουργεί κυρίως ως όχημα φιλοσοφικής διερεύνησης της φύσης του «υπερφυσικού». Ο Edward Bulwer-Lytton (1803–1873), 1ος βαρόνος Lytton, υπήρξε Άγγλος μυθιστοριογράφος, δραματουργός και πολιτικός της βικτωριανής εποχής. Η λογοτεχνική του σταδιοδρομία ξεκίνησε με ποιητικά έργα τη δεκαετία του 1820 και εξελίχθηκε σε ένα εξαιρετικά παραγωγικό συγγραφικό σώμα που περιλάμβανε ιστορικά μυθιστορήματα, ρομαντική λογοτεχνία, δοκίμια και έργα με αποκρυφιστικά ή επιστημονικοφανή θέματα. Η φήμη του σήμερα συνδέεται ιδιαίτερα με τη συμβολή του στη λογοτεχνία του αποκρυφισμού και του υπερφυσικού, καθώς και με έργα όπως το Vril: The Power of the Coming Race και το συγκεκριμένο διήγημα του 1859. Ο Bulwer-Lytton είχε έντονο ενδιαφέρον για τον μεσμερισμό, τον πνευματισμό και τις «ανεξερεύνητες» φυσικές δυνάμεις, ενδιαφέρον που επηρέασε βαθιά τη θεματική και φιλοσοφία των υπερφυσικών του έργων.Το έργο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1859 στο περιοδικό Blackwood’s Edinburgh Magazine και αργότερα επανεκδόθηκε σε μορφή βιβλίου στη σειρά Tales from Blackwood. Υπάρχουν δύο βασικές εκδοχές: η αρχική, εκτενέστερη μορφή και μια συντομευμένη αναθεώρηση που ο ίδιος ο συγγραφέας επανεξέδωσε το 1861, πιθανώς επειδή επιθυμούσε να αναπτύξει περαιτέρω τις θεωρίες του για το υπερφυσικό στο μεταγενέστερο μυθιστόρημά του A Strange Story. Το διήγημα αντανακλά πολυετή μελέτη του γύρω από πνευματιστικά φαινόμενα και παραψυχολογικές θεωρίες.Το σημαντικότερο στοιχείο του έργου δεν είναι η τρομακτική ατμόσφαιρα, αλλά η συστηματική προσπάθεια αποδόμησης της μεταφυσικής ερμηνείας του φαινομένου του στοιχειωμένου χώρου. Ο αφηγητής δεν λειτουργεί ως παθητικός δέκτης τρόμου αλλά ως παρατηρητής-ερευνητής. Η στάση αυτή εντάσσεται στο βικτωριανό πνεύμα επιστημονικού ορθολογισμού, όπου το υπερφυσικό δεν αρνείται αλλά επαναπροσδιορίζεται ως άγνωστος φυσικός νόμος. Η ίδια η θεωρητική πρόθεση του Bulwer-Lytton φαίνεται να υποστηρίζει ότι το «υπερφυσικό» είναι απλώς ανεξερεύνητη φυσική ενέργεια.Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά γοτθικά φαντάσματα, η οντότητα του έργου παρουσιάζεται ως απρόσωπη, σχεδόν ενεργειακή δύναμη. Αυτό συνδέεται με τον μεσμερισμό και τις παραψυχολογικές θεωρίες του 19ου αιώνα. Το «στοιχειωμένο σπίτι» λειτουργεί ως ψυχολογικός και ενεργειακός χώρος, όχι απλώς ως τόπος φαντασμάτων. Η αφήγηση υιοθετεί ψευδο-ρεαλιστική τεκμηρίωση, δημιουργώντας μια ένταση ανάμεσα στο επιστημονικό ύφος και στο ανεξήγητο. Αυτή η τεχνική προαναγγέλλει μεταγενέστερους συγγραφείς τρόμου, καθώς μετατοπίζει το επίκεντρο από το ορατό φάντασμα στο υποκειμενικό βίωμα του τρόμου.Παρότι ανήκει στη γοτθική παράδοση, το έργο διαφοροποιείται από το κλασικό haunted house αφήγημα, ως ένα υβρίδιο φιλοσοφικού δοκιμίου και τρόμου. Αυτή η σύνθετη μορφή το καθιστά πρόδρομο της ψυχολογικής και μεταφυσικής λογοτεχνίας τρόμου, επηρεάζοντας έμμεσα μεταγενέστερους συγγραφείς του φανταστικού.Το The Haunted and the Haunters δεν είναι απλώς ιστορία τρόμου αλλά στοχασμός πάνω στη φύση της πραγματικότητας, της συνείδησης και της επιστημονικής γνώσης. Η κεντρική του συμβολή βρίσκεται στη μετατόπιση του τρόμου από το μεταφυσικό στο γνωσιολογικό άγνωστο. Με αυτόν τον τρόπο, ο Bulwer-Lytton γεφυρώνει τον γοτθικό ρομαντισμό με την επιστημονική φαντασία και τον αποκρυφισμό της ύστερης βικτωριανής περιόδου, δημιουργώντας ένα κείμενο όπου ο φόβος γεννιέται όχι από τα φαντάσματα, αλλά από τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης.Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://www.gutenberg.org/ebooks/14195Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: E. Nesbit "The Ebony Frame" (1902)Η Edith Nesbit (1858–1924) υπήρξε Αγγλίδα συγγραφέας και ποιήτρια, ενεργή στη λογοτεχνική και πολιτική ζωή της ύστερης βικτωριανής και εδουαρδιανής περιόδου. Συνιδρύτρια της Fabian Society, κινήθηκε σε κύκλους διανοουμένων και καλλιτεχνών, γεγονός που επηρέασε έντονα τη θεματολογία της. Αν και απέκτησε φήμη με έργα παιδικής λογοτεχνίας, έγραψε επίσης πολυάριθμα διηγήματα τρόμου και φανταστικού.Όπως πολλοί από τους συγχρόνους της, η Nesbit ήταν γοητευμένη από την έννοια της μετενσάρκωσης. Για να αναφέρουμε μόνο μερικούς: E. F. Benson, Arthur Conan Doyle, Algernon Blackwood (ο οποίος πίστευε ότι ήταν μετενσαρκωμένος), Ambrose Bierce, H. P. Lovecraft, και ειδικά Robert W. Chambers και Oliver Onions (και οι δύο των οποίων τα μυθιστορήματα είναι γεμάτα με αιώνιες ψυχές που περιφέρονται ανυποψίαστες σε σύγχρονα σώματα) έγραψαν ιστορίες με μεσοαστούς εργάτες που σταδιακά συνειδητοποιούσαν ότι σε προηγούμενες ζωές τους ήταν ιέρειες, πειρατές, σκλάβες ή μάγοι. Η εποχή του Fin de Siècle – γνωστή και ως Belle Epoque ή Gay Nineties – χαρακτηριζόταν από αυτό που οι Γάλλοι αποκαλούσαν «ασθένεια του αιώνα», δηλαδή την πλήξη, τον πεσιμισμό και τη δυσαρέσκεια. Οι διανοούμενοι μελαγχολούσαν για τις δόξες των πολιτισμών του παρελθόντος, φαντασιώνονταν τον εαυτό τους οπουδήποτε εκτός από την τεχνητή, επιτηδευμένη ατμόσφαιρα της συμβατικής, προπολεμικής Ευρώπης. Ειρωνικά, η ικανότητα να απολαμβάνουν τον ελεύθερο χρόνο – να κάνουν διακοπές, να ασχολούνται με αθλήματα και να περνούν χρόνο μακριά από τη δουλειά – ήταν αυτό που φαινόταν να προσελκύει τους ανθρώπους σε φανταστικές προηγούμενες ζωές ως εταίρες και ιππότες, οι οποίοι αναμφίβολα υπέφεραν πολύ περισσότερο από τις δυσκολίες τους από ό,τι οι διανοούμενοι από την πλήξη τους. Όπως το θέτει ένα ντοκιμαντέρ: «Για τους περισσότερους ανθρώπους, τους απλούς ανθρώπους, τα πράγματα βελτιώνονταν. Τώρα υπήρχε χρόνος για αθλητισμό, εκδρομές στην εξοχή· ακόμη και ένας εργάτης μπορούσε να αγοράσει το δικό του ποδήλατο. Αλλά για άλλους, τους καλλιτέχνες, τους πλούσιους, τα πράγματα δεν ήταν τόσο καλά. Ο όχλος ήταν παντού, τα πρότυπα ήταν χαμηλότερα, η καταστροφή ήταν προ των πυλών».Αν και η προοδευτική Nesbit δεν ήταν μέλος αυτής της τάξης σνομπ που καλλιεργούσαν πεσιμισμό στη σκέψη ότι οι έμποροι είχαν χρόνο για διακοπές, σίγουρα έγραψε για δυσαρεστημένους, αποσπασμένους ανθρώπους που λαχταρούσαν οτιδήποτε άλλο εκτός από την κοινωνία στην οποία ανήκαν. Συχνά είναι σκανδαλώδεις, μοιχοί, κουρασμένοι και κυνικοί. Στο τέλος αυτής της αφήγησης, ο μοναχικός πρωταγωνιστής μας συλλογίζεται ότι δεν έχει σημασία που παντρεύτηκε την απλή Μίλντρεντ, που πάχυνε και έγινε επιτυχημένος, γιατί η ζωή του είναι ένα απλό όνειρο. Δεν τον νοιάζει καθόλου η πραγματικότητα, γιατί μόνο στις ονειροπολήσεις και τις φαντασιώσεις του μπορεί να βρει ένα κομμάτι γνήσιου συναισθήματος. Αν υπάρχει κάποιος τρόμος που κρύβεται σε αυτό το κατά τα άλλα μυστικιστικό παραμύθι, ο αναγνώστης μπορεί να τον βρει εκεί.Πηγή ανάλυσης:https://www.oldstyletales.com/single-post/edith-nesbit-s-the-ebony-frame-a-detailed-summary-and-literary-analysisΤο έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://www.gutenberg.org/ebooks/40321Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: Robert E. Howard "Red Shadows" (1928)Το «Red Shadows» ήταν η πρώτη δημοσιευμένη ιστορία του Ρόμπερτ Χάουαρντ με πρωταγωνιστή τον Solomon Kane. Αφηγείται μια ιστορία που διαδραματίζεται σε πολλά χρόνια και σε πολλές χώρες. Είναι μια ιστορία αμείωτης επιμονής, καθώς ο Kane αφιερώνει χρόνια από τη ζωή του προσπαθώντας να εκδικηθεί τον θάνατο ενός εντελώς άγνωστου προσώπου.Σε μια επιστολή προς τον Tevis Clyde Smith το Φεβρουάριο του 1928, μιλάει για αυτή την ιστορία, η οποία αρχικά είχε τον απλό τίτλο «Solomon Kane»: Παράξενο, είχα στείλει ένα χειρόγραφο στο Argosy-Allstory και χθες το βράδυ ονειρεύτηκα ότι το πήρα πίσω μαζί με μια μακρά προσωπική επιστολή από τον εκδότη, γραμμένη με στυλό και μελάνι. Και όντως έτσι έγινε. Είπε ότι σε κάποια σημεία η ιστορία ήταν «πολύ καλή» και σε άλλα «άθλια»! Λέει ότι έχω το «ταλέντο», αν «κατευθυνθώ σωστά», και γι' αυτό μου δίνει λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε...Σε μια άλλη επιστολή γύρω στο Μάρτιο του 1928, μαθαίνουμε ότι πούλησε την ιστορία στο Weird Tales:Το Weird Tales δέχτηκε το χειρόγραφο...προσφέροντάς μου 80 δολάρια. Ο συντάκτης του Weird Tales το δέχτηκε στην αρχική του μορφή, καθώς δεν το άλλαξα καθόλου, παρά τα ελαττώματα που επεσήμανε ο συντάκτης του Argosy, και λέει ότι σκέφτεται να μου δώσει την πρώτη σελίδα και την εικονογράφηση του εξωφύλλου. Μου ζητάει όμως να αλλάξω τον τίτλο «Solomon Kane» και δεν μπορώ να σκεφτώ έναν καλό.Περίπου τον Ιούνιο του 1928, ο Χάουαρντ γράφει ένα χειρόγραφο γράμμα στον Τέβις, στο οποίο του λέει: Τον επόμενο μήνα το Weird Tales θα δημοσιεύσει το «Red Shadows» μου, το οποίο σύμφωνα με την ανακοίνωση είναι «Κόκκινες σκιές σε μαύρα μονοπάτια — συναρπαστικές περιπέτειες και ανατριχιαστικοί κίνδυνοι — άγρια μαγεία και παράξενες θυσίες στον Μαύρο Θεό. Η ιστορία εξελίσσεται γρήγορα και χωρίς την παραμικρή μείωση ενδιαφέροντος, μέσα από μια σειρά εκπληκτικών επεισοδίων και άγριων περιπετειών, για να καταλήξει σε μια συγκλονιστική κορύφωση σε ένα ξέφωτο ενός αφρικανικού δάσους. Μια ιστορία που αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη και τον παρασύρει σε απόλυτη γοητεία με την τρομακτική διαδοχή παράξενων και περίεργων γεγονότων». Η ανακοίνωση είναι δίκαιη, υποθέτω...Το 1930, γύρω στον Οκτώβριο, ο Χάουαρντ αναφέρει ξανά το «Red Shadows» σε μια επιστολή προς τον H.P. Lovecraft: Τι μαύρη και αιματηρή γη είναι η Δυτική Ακτή της Αφρικής! Οι χρονογραφίες των φευγαλέων μαύρων αυτοκρατοριών διαβάζονται σαν εφιάλτες. Προσπάθησα, στο «Red Shadows», να δημιουργήσω μια ελαφριά αίσθηση της κτηνώδους απάνθρωπης φύσης της χώρας, αλλά απέτυχα παταγωδώς. Πρέπει να είναι κάτι που πρέπει να δει κανείς για να το καταλάβει πλήρως. Κάποια μέρα σκοπεύω να πάω να το δω από πρώτο χέρι.Και μας περιμένει μια έκπληξη όταν ο Χάουαρντ γράφει μια επιστολή στον Άλβιν Ερλ Πέρι, γύρω στις αρχές του 1935: Ο πρώτος χαρακτήρας που δημιούργησα ήταν ο Φράνσις Ξαβιέρ Γκόρντον, ο Ελ Μπόρακ, ο ήρωας του «The Daughter of Erlik Khan». Δεν θυμάμαι πώς δημιουργήθηκε. Ζωντάνεψε στο μυαλό μου όταν ήμουν περίπου δέκα ετών. Ο επόμενος ήταν ο Μπραν Μακ Μορν, ο βασιλιάς των Πικτών. Ήταν το αποτέλεσμα της ανακάλυψής μου για τη φυλή των Πικτών, όταν διάβαζα κάποια ιστορικά έργα σε μια δημόσια βιβλιοθήκη στη Νέα Ορλεάνη σε ηλικία δεκατριών ετών. Φυσικά, έμοιαζε πολύ με τον El Borak. Τον Solomon Kane τον δημιούργησα όταν ήμουν στο γυμνάσιο, σε ηλικία περίπου δεκαέξι ετών, αλλά, όπως και οι άλλοι που ανέφερα, πέρασαν αρκετά χρόνια πριν τον αποτυπώσω στο χαρτί. Ήταν πιθανώς το αποτέλεσμα της θαυμασμού μου για έναν συγκεκριμένο τύπο ψυχρού, σκληροτράχηλου μονομάχου που υπήρχε τον 16ο αιώνα.Πηγή ανάλυσης: https://reh.world/stories/red-shadows/ Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://www.gutenberg.org/ebooks/70570Εικόνα από την πρώτη έκδοσηΜετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Από το βιβλίο “Τελος Πάντων” (εκδόσεις Ίκαρος 2024)Ο Αχιλλέας ΙΙΙ είναι Έλληνας συγγραφέας και μουσικός. Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1979, σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, και από το 2002 ζει στην Αθήνα.Εμφανίστηκε με αυτό το ψευδώνυμο στον χώρο των εκδόσεων το 2016 με το βιβλίο «Κομπλεξικό» από τις Εκδόσεις Νεφέλη, το οποίο χρησιμοποιώντας τη φόρμα λεξικού περιέχει περισσότερα από 1.300 λήμματα-λογοπαίγνια δικής του επινόησης.Το 2020 έλαβε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος Νουβέλας για το βιβλίο του «Παραχαράκτης». Σύμφωνα με το σκεπτικό της επιτροπής «Το βιβλίο του Αχιλλέα ΙΙΙ συνιστά μία συλλογή από σύντομα πεζά, ιστορίες που συνοδεύονται και συνομιλούν με φωτογραφίες, «φωτογραφήματα μικρού μήκους», που προσκομίζονται ως τεκμήρια ενός κόσμου αποκεκρυμμένου πίσω από τις γραμμές, σε γκρίζες περιοχές της πραγματικότητας. Αυτόν τον -σχεδόν απίστευτο- κόσμο μάς αποκαλύπτει ο έμπλεος σαρκασμού και χιούμορ συγγραφέας. Στο βραβευθέν βιβλίο υπάρχουν πολλά και θαυμαστά. Το προφανές παραχαράσσεται, στερεότυπα πίπτουν καταγής, το παράδοξο εμφιλοχωρεί στο σύνηθες και το τελευταίο, που λογίζεται ως φυσιολογικό, αντιμετωπίζεται με υποψία και σημασιολογείται με νέες, συγγραφικώ τω τρόπω, ερμηνείες.»Έχει συγγράψει κυρίως διηγήματα, στα οποία είναι έντονη η παρουσία του παράδοξου και του υπερρεαλιστικού στοιχείου.Εργογραφία Κομπλεξικό, εκδόσεις «Νεφέλη», Αθήνα 2016 Παραχαράκτης, εκδόσεις «Νεφέλη», Αθήνα 2019, Εκδόσεις Ίκαρος 2025 Δεσμοφύλακας, εκδόσεις «Νεφέλη», Αθήνα 2022 Τέλος Πάντων, εκδόσεις «Ίκαρος», Αθήνα 2024Ως μουσικός, ο Αχιλλέας ΙΙΙ παίζει ηλεκτρικό μπάσο και τραγουδά, από το 2002, στο underground συγκρότημα Bog art στο οποίο γράφει τους στίχους και συνθέτει (μαζί με τα υπόλοιπα μέλη) τη μουσική. To συγκρότημα αυτοπροσδιορίζει το είδος της μουσικής που παίζει ως «container rock», λόγω της πολυσυλλεκτικότητας των επιρροών των μελών του και του γεγονότος ότι κατά τα πρώτα χρόνια της ύπαρξης του πραγματοποιούσε πρόβες σε ένα λυόμενο (container) στα Λιόσια, παραχωρημένο από την πολιτεία σε σεισμοπαθείς κατοίκους της περιοχής.Μουσικές κυκλοφορίες Bog art, Ανεξάρτητη κυκλοφορία, Αθήνα 2012 Insidecide, Ανεξάρτητη κυκλοφορία, Αθήνα 2015 Thornbush, Ανεξάρτητη κυκλοφορία, Αθήνα 2020Η ηχογράφηση και ανάρτηση έγινε με την άδεια του συγγραφέα.Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Το L'Ève future αποτελεί θεμελιώδες κείμενο για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ ανθρώπου, τεχνολογίας και φαντασίας, και η επιρροή του στον κινηματογράφο είναι βαθιά και πολύπλευρη. Δεν πρόκειται απλώς για μια ιστορία ρομπότ, αλλά για ένα φιλοσοφικό δίλημμα που ο κινηματογράφος εξερεύνησε επανειλημμένα.Η Hadaly είναι το πρωτότυπο της τεχνητής συντρόφου, δημιουργημένη για να είναι τέλεια υπόσταση του αρσενικού ιδεώδους, απαλλαγμένη από τις «αδυναμίες» της πραγματικής γυναίκας. Αυτή η ιδέα έγινε θεμέλιος λίθος του κινηματογραφικού είδους της επιστημονικής φαντασίας.«Μετρόπολις» (1927, Φριτς Λανγκ): Η Μαρία-ρομπότ είναι η άμεση κληρονόμος της Hadaly. Είναι μια τεχνητή γυναίκα δημιουργημένη από έναν επιστήμονα-μαγο, ο οποίος χρησιμοποιεί την τεχνολογία για να χειραγωγήσει τα συναισθήματα και να καταστρέψει την κοινωνία.«Blade Runner» (1982, Ρίντλεϊ Σκοτ): Οι «ρεπλίκαντ» και ιδιαίτερα η Ρέιτσελ, που ανακαλύπτει ότι οι αναμνήσεις της είναι εγχυμένες, συνεχίζουν το φιλοσοφικό ερώτημα του Βιλιέ: Τι μας κάνει ανθρώπους; Η τεχνητή ζωή αναζητά την ψυχή της.Ο Τόμας Έντισον (που στο έργο είναι ο ίδιος ο εφευρέτης) δεν είναι ο ουδέτερος επιστήμονας. Είναι ένας συμβολιστής μάγος, ένας δημιουργός που παίζει με τη ζωή και τη συνείδηση. Αυτό το πρότυπο ενώνει την τεχνολογία με την αλχημεία.Οι ταινίες για τον Φρανκενστάιν κληρονομούν το αρχέτυπο του δημιουργού που ξεπερνά τα θεϊκά όρια, αλλά ο δόκτωρ Έντισον στο «L'Ève future» είναι πιο ψυχρός και τεχνοκρατικός, προμηνύοντας τον Δόκτωρ Στρέιντζλόουβ ή τον Ντέιβιντ στο «Προμηθέας» του Ρίντλεϊ Σκοτ.«Η Μηχανή του Χρόνου» (1960, Τζορτζ Πάλ): Ο ρόλος του επιστήμονα-εφευρέτη που δημιουργεί έναν τεχνητό κόσμο έχει ρίζες σε αυτό το αρχέτυπο.Η Hadaly είναι εξοπλισμένη με «φωνογράφους» και «ηλεκτρικά όργανα» που αποθηκεύουν κίνηση, ομιλία και συμπεριφορά. Αυτή η ιδέα της ζωής ως προγράμματος ή συνόλου ηχογραφήσεων είναι προφητική.«The State of Things» (1983, Βιμ Βέντερς): Η ταινία εξερευνά τη δυνατότητα να καταγραφεί και να αναπαραχθεί η ανθρώπινη εμπειρία μέσω της τεχνολογίας (φωτογραφία, βίντεο), ένα θέμα που ο Βιλιέ αγγίζει με τους φωνογράφους της Hadaly.«Her» (2013, Σπάικ Τζονζ): Αν και η «σύντροφος» είναι λογισμικό χωρίς σώμα, το δίλημμα είναι ίδιο: η αγάπη για μια τεχνητή νοημοσύνη, δημιουργημένη για να ικανοποιεί. Εδώ ο Έντισον έχει μετατραπεί σε εταιρεία λογισμικού.«Ex Μachina» (2014, Άλεξ Γκάρλαντ): Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και η σχέση με τον δημιουργό της αντηχεί το δυναμικό δίπολο Έντισον-Hadaly.Το μυθιστόρημα είναι μια από τις πρώτες κριτικές στον μηχανισμό της εικόνας. Η Hadaly είναι η απόλυτη φαντασίωση, μια «αύρα» χωρίς ουσία, που εγείρει το ερώτημα: Αγαπάμε το πρόσωπο ή την προβολή του;Ταινίες του Τζιν Κέλι πραγματεύονται την εμμονή με την τεχνητή εικόνα και την απώλεια της πραγματικότητας.«Blade Runner 2049» (2017, Ντενί Βιλνέβ): Η σχέση του Κ με την τεχνητή σύντροφό του Τζόι είναι μια άμεση εξέλιξη της ιστορίας του Βιλιέ, εξερευνώντας την ψευδαίσθηση της οικειότητας και του συναισθήματος σε ένα προγραμματισμένο περιβάλλον.Το L'Ève future δεν «προβλέπει» απλώς τη ρομποτική, αλλά πλαισιώνει τα βασικά διλήμματα που απασχολούν τον κινηματογράφο επιστημονικής φαντασίας: Η ηθική της δημιουργίας. Η αποξένωση μέσα από την τεχνολογία. Η σύγχυση μεταξύ πραγματικότητας και προσομοίωσης. Η σεξουαλικότητα προς μη-ανθρώπινες οντότητες.Είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο πρώτος σκελετός για μια ολόκληρη κινηματογραφική παράδοση, που εκτείνεται από τον εξπρεσιονισμό του Λανγκ έως τον νεο-νοουάρ του Σκοτ και τον ρομαντισμό του Τζονζ. Οι αναφορές σε αυτό είναι συχνά διανοητικές και θεματικές, παρά απευθείας διασκευές, γεγονός που μαρτυρά τη βαθύτερη επίδραση του έργου στον πολιτισμό.Εικόνα με θέμα από την ταινία Ex Machina (2014)Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: Auguste Villiers de L'Isle-Adam "L'Ève Future" (1886)Ο Ωγκύστ ντε Βιλιέ ντε λ'Ιλ-Αντάμ ήταν Γάλλος συγγραφέας, ένα από τα πιο μυστηριώδη και καινοτόμα πρόσωπα του γαλλικού λογοτεχνικού πεζογραφήματος του 19ου αιώνα. Θεωρείται προάγγελος του συμβολισμού και του σουρεαλισμού, γνωστός για τα περίπλοκα, αλληγορικά και συχνά μακάβρια έργα του, που αναλύουν το υπερφυσικό, τον αποκρυφισμό και τις σκοτεινές πλευρές της ψυχής.Γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1838 στο Σαιν-Μπριέκ της Βρετάνης, σε μια ευγενή αλλά εξαθλιωμένη οικογένεια. Η φτώχεια και η αναζήτηση της χαμένης αριστοκρατικής δόξας θα σημαδέψουν τη ζωή και το έργο του. Αποτυχημένες σπουδές στη νομική και μια σύντομη, ανεπιτυχής προσπάθεια να γίνει ναυτικός τον οδήγησαν στο Παρίσι γύρω στα 1858, με την ελπίδα να ακολουθήσει λογοτεχνική καριέρα.Η ζωή του στο Παρίσι ήταν μίζερη. Ζούσε σε πενία, αλλά γνώρισε τους μεγάλους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Επηρεάστηκε βαθιά από τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, που τον εισήγαγε στο είδος του φανταστικού πεζογραφήματος. Η πρώτη του συλλογή διηγημάτων, Contes Cruels (1883), ιστορίες με διακριτική ειρωνεία και φιλοσοφικό βάθος, τον καθιέρωσε. Ακολούθησαν κι άλλες συλλογές όπως Nouveaux Contes cruels (1888).Το έργο του Βιλιέ αποτελεί μια μοναδική αντιπαράθεση του ιδεαλισμού με τον υλισμό της εποχής του. Χειρίστηκε θεματα όπως: Το όνειρο και η πραγματικότητα. Το αισθητικό ιδεώδες και η απόγνωση. Η επιστήμη ως μέσο δημιουργίας ή καταστροφής. Ο αποκρυφισμός και το μεταφυσικό. Η κριτική στη φιλαργυρία και την κοινωνική άνοδο.Ο γραφικός του τρόπος συνδυάζει ποιητικό ύφος, αιχμηρή ειρωνεία και φαντασμαγορικές εικόνες, δημιουργώντας ένα ατμοσφαιρικό και συχνά τρομακτικό σύμπαν.Ο Βιλιέ πέθανε φτωχός και άγνωστος στο ευρύ κοινό, στις 19 Αυγούστου 1889, στο Παρίσι, από καρκίνο του στομάχου. Ωστόσο, η φήμη του άρχισε να αναγεννιέται αμέσως μετά το θάνατό του. Συγγραφείς όπως ο Στέφαν Μαλαρμέ, ο Μαρσέλ Προυστ και κυρίως οι συμβολιστές τον τίμησαν ως μύστη και πρωτοπόρο. Σήμερα, αναγνωρίζεται ως ένας από τους μεγάλους "καταραμένους ποιητές" (poètes maudits) και ως κρίκος που συνδέει τον ρομαντισμό με τον συμβολισμό και την αβάν-γκαρντ.Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://www.gutenberg.org/ebooks/26681Εικόνα με θέμα από την ταινία Metropolis (1927)Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: Auguste Villiers de L'Isle-Adam "L'Ève Future" (1886)Το L’Ève future του άσκησε μια επιρροή που εκτείνεται πολύ πέρα από το άμεσο ιστορικό του πλαίσιο, λειτουργώντας ως πρότυπο για μια ολόκληρη παράδοση έργων που διερευνούν το τεχνητό ον όχι απλώς ως τεχνολογικό επίτευγμα, αλλά ως φιλοσοφικό και αισθητικό σκάνδαλο. Η συμβολή του δεν έγκειται τόσο στη «σύλληψη» του android όσο στη διατύπωση ενός διαχρονικού ερωτήματος: τι αποκαλύπτει η κατασκευή του τεχνητού για τις ανθρώπινες επιθυμίες και τις αυταπάτες;Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, το έργο συνομιλεί έμμεσα με τον E.T.A. Hoffmann και ιδιαίτερα με το διήγημα Der Sandmann (1816), όπου η Ολυμπία, μια μηχανική κούκλα που εκλαμβάνεται ως ζωντανή γυναίκα, προοικονομεί τη Hadaly. Και στα δύο κείμενα, η έλξη προς το τεχνητό δεν πηγάζει από την τελειότητά του, αλλά από την προβολή της ανδρικής φαντασίωσης επάνω σε ένα σιωπηλό, παθητικό σώμα.Η σκιά του L’Ève future είναι επίσης εμφανής στη Metropolis (1925) της Thea von Harbou, όπου το θηλυκό ρομπότ λειτουργεί ως όργανο εξαπάτησης και κοινωνικής αναστάτωσης. Αν και η Metropolis αντλεί περισσότερο από πολιτικές και βιομηχανικές αγωνίες, η ιδέα της τεχνητής γυναίκας ως επικίνδυνου ειδώλου παραμένει συγγενής με τον Villiers, ιδίως ως προς τη σύνδεση της τεχνολογίας με τη χειραγώγηση της επιθυμίας.Στη μεταπολεμική λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, ο Philip K. Dick επανεξετάζει συστηματικά το πρόβλημα που θέτει ο Villiers. Στο Do Androids Dream of Electric Sheep? (1968), η διάκριση ανθρώπου και android αποδεικνύεται ηθικά ασταθής, μετατοπίζοντας το ερώτημα από την τεχνητότητα στη δυνατότητα ενσυναίσθησης. Η Hadaly, όπως και τα androids του Dick, φέρει την αγωνία ενός κόσμου όπου η αυθεντικότητα δεν μπορεί πλέον να επιβεβαιωθεί.Πιο σύγχρονες λογοτεχνικές επεξεργασίες, όπως το Never Let Me Go (2005) του Kazuo Ishiguro, μετακινούν το βάρος από τη φαντασίωση του δημιουργού στο τραύμα του δημιουργημένου. Αν και οι κλώνοι του Ishiguro δεν είναι μηχανές, μοιράζονται με τη Hadaly την ύπαρξη ως κατασκευασμένα όντα, σχεδιασμένα να υπηρετούν τις ανάγκες των άλλων, αποκαλύπτοντας την ηθική βία που υποκρύπτει κάθε τέτοια κατασκευή.Τέλος, η επιρροή του Villiers διακρίνεται και σε έργα που πραγματεύονται την τεχνητή συνείδηση χωρίς σώμα, όπως το Her του Spike Jonze (σεναριακά συγγενές με λογοτεχνικές αναζητήσεις του 21ου αιώνα). Εδώ, όπως και στο L’Ève future, το τεχνητό υποκείμενο λειτουργεί ως καταλύτης που εκθέτει τα όρια της ανθρώπινης επιθυμίας και την αδυναμία της να συμβιβαστεί με την ετερότητα.Συνολικά, το L’Ève future δεν επιδρά ως απλή αφηγηματική πηγή, αλλά ως εννοιολογικό αρχέτυπο: θεμελιώνει μια παράδοση όπου το τεχνητό ον δεν απαντά στο ερώτημα «τι είναι ο άνθρωπος», αλλά το καθιστά αναπόφευκτο.Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://www.gutenberg.org/ebooks/26681Εικόνα το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης.Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
"Αν οι θεοί και οι ελπίδες μας δεν είναι παρά επιστημονικά φαινόμενα, τότε ας παραδεχτούμε ότι και η αγάπη μας είναι επιστημονική." Η L’Ève future λειτουργεί ως ένα από τα πρώτα μεγάλα αρχετυπικά κείμενα της νεωτερικής φαντασίας γύρω από το τεχνητό ον, όχι τόσο ως τεχνολογικό επίτευγμα, αλλά ως φιλοσοφικό πρόβλημα. Αυτή ακριβώς η διάσταση τη συνδέει οργανικά με το Ghost in the Shell 2: Innocence (2004) του Mamoru Oshii και με ένα ευρύ φάσμα μεταγενέστερων έργων λογοτεχνίας και κινηματογράφου.Το Ghost in the Shell προχωρά σε άμεσες αναφορές στο L’Ève future που λειτουργούν ως ερμηνευτικά κλειδιά της ταινίας. Ο Oshii δεν «δανείζεται» απλώς ιδέες· ενσωματώνει τον Villiers ως θεμελιακό υπόστρωμα του φιλοσοφικού του κόσμου. Η πιο εμφανής και συχνά αναγνωρισμένη αναφορά είναι το όνομα Hadaly, το οποίο στο L’Ève future ανήκει στην τεχνητή γυναίκα–android που κατασκευάζει ο Edison. Στο Innocence, το όνομα αυτό επανεμφανίζεται ως εμπορική ονομασία των gynoids της Locus Solus. Η επιλογή δεν είναι διακοσμητική: η Hadaly του Villiers ήταν ένα ον σχεδιασμένο ώστε να ενσαρκώνει το ιδεώδες της ανδρικής επιθυμίας, απογυμνωμένο από απρόβλεπτη εσωτερικότητα. Οι gynoids του Oshii υπηρετούν ακριβώς την ίδια λογική, αλλά σε βιομηχανική κλίμακα. Εκεί όπου ο Villiers παρουσίαζε μια μοναδική, σχεδόν «ιερή» κατασκευή, το Innocence δείχνει τη μαζικοποίηση του ίδιου φαντασιακού.Ακόμη πιο καθοριστική είναι η αυτούσια παράθεση αποσπάσματος από το L’Ève future στην εισαγωγή της ταινίας. Το απόσπασμα λειτουργεί ως προγραμματική δήλωση. Ο Oshii τοποθετεί τον θεατή εξαρχής μέσα σε ένα φιλοσοφικό πλαίσιο όπου το τεχνητό σώμα δεν είναι απλώς αντικείμενο τεχνολογικής ανάλυσης, αλλά φορέας μεταφυσικού άγχους. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα αφορά την κούκλα ως οριακό ον: κάτι που μοιάζει ζωντανό χωρίς να είναι, και που ακριβώς γι’ αυτό προκαλεί τόσο έλξη όσο και τρόμο. Στο Innocence, αυτή η ιδέα διαχέεται σε όλη την ταινία: οι gynoids αυτοκτονούν, δολοφονούν, «υποφέρουν», χωρίς να είναι σαφές αν πρόκειται για σφάλμα λογισμικού ή για τραύμα συνείδησης. Η αναφορά στον Villiers λειτουργεί έτσι ως θεωρητική άδεια να τεθεί το ερώτημα χωρίς να δοθεί απάντηση. Και στα δύο έργα, το τεχνητό θηλυκό σώμα λειτουργεί ως μεταφυσικός καθρέφτης της ανθρώπινης έλλειψης, όχι ως υπέρβασή της. Η ίδια η εμμονή του Innocence με την παράθεση φιλοσοφικών και λογοτεχνικών αποσπασμάτων μιμείται τη ρητορική στρατηγική του L’Ève future, όπου η αφήγηση συχνά διακόπτεται από στοχαστικές παρεκβάσεις. Ο Oshii, ακολουθώντας αυτή την παράδοση, μετατρέπει την ταινία σε ένα υβρίδιο δοκιμίου και αφήγησης. Αυτή η γραμμή συνεχίζεται σε έργα όπως το Blade Runner (1982) και το Blade Runner 2049, όπου οι replicants επαναδιατυπώνουν το ερώτημα της Hadaly: αν η μνήμη, το συναίσθημα και το σώμα μπορούν να κατασκευαστούν, τότε τι καθιστά το ανθρώπινο αυθεντικό; Ομοίως, στο Her (2013), η φωνητική AI δεν έχει σώμα, αλλά επιτελεί τον ίδιο ρόλο: είναι ένα ιδεατό αντικείμενο επιθυμίας που τελικά αποκαλύπτει την ασυμμετρία της σχέσης ανθρώπου–τεχνητού όντος.Στη λογοτεχνία, η επίδραση του Villiers είναι εμφανής στον Philip K. Dick, όπου η διάκριση μεταξύ έμψυχου και άψυχου καταρρέει συστηματικά, αλλά και στον Kazuo Ishiguro (Never Let Me Go), όπου τα τεχνητά όντα δεν είναι απειλή, αλλά τραγικές φιγούρες ενός κόσμου που τα χρειάζεται ακριβώς επειδή δεν θέλει να αντιμετωπίσει την ανθρώπινη ευθύνη.Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των έργων είναι η μετατόπιση από το «μπορούμε να δημιουργήσουμε ζωή;» στο «μπορούμε να αντέξουμε τις συνέπειες αυτής της δημιουργίας;». Το L’Ève future δεν είναι απλώς πρόδρομος της επιστημονικής φαντασίας· είναι ένα θεμέλιο της μεταφυσικής δυσπιστίας που διαπερνά τον σύγχρονο κινηματογράφο και τη λογοτεχνία του μεταανθρώπινου.Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: Auguste Villiers de L'Isle-Adam "L'Ève Future" (1886)Το L’Ève future αποτελεί ένα από τα πιο ιδιότυπα κείμενα του ύστερου 19ου αιώνα, στο μεταίχμιο συμβολισμού, ντεκαντάνς και πρώιμης επιστημονικής φαντασίας. Ο Villiers (1838–1889), αριστοκρατικής καταγωγής αλλά οικονομικά περιθωριοποιημένος, υπήρξε βαθιά εχθρικός προς τον αστικό ορθολογισμό και τον επιστημονικό θετικισμό της εποχής του. Το έργο του διαπνέεται από μεταφυσική αγωνία, ειρωνεία και μια εμμονή με το απόλυτο και το τεχνητό, στοιχεία που κορυφώνονται στο L’Ève future.Το μυθιστόρημα δημοσιεύθηκε αρχικά σε συνέχειες και κατόπιν ως αυτοτελής έκδοση το 1886. Η υποδοχή του υπήρξε περιορισμένη στην εποχή του, αλλά η μεταγενέστερη κριτική το ανέδειξε ως θεμελιακό κείμενο για τη φαντασιακή κατασκευή του android και για τη φιλοσοφική διερεύνηση της τεχνητής ζωής. Η επιλογή του Thomas Edison ως χαρακτήρα δεν λειτουργεί ρεαλιστικά, αλλά αλληγορικά: ενσαρκώνει την πίστη της νεωτερικότητας ότι η τεχνολογία μπορεί να υπερβεί τη φύση και να «διορθώσει» την ανθρώπινη ατέλεια.Η Hadaly, η τεχνητή γυναίκα του έργου, δεν παρουσιάζεται απλώς ως μηχανικό ομοίωμα, αλλά ως αισθητικό και μεταφυσικό κατασκεύασμα. Το κρίσιμο σημείο της αφήγησης δεν είναι η τεχνική της δημιουργία, αλλά η μετατόπιση της επιθυμίας: η προτίμηση του ιδεατού, ελεγχόμενου και προβλέψιμου έναντι του ζωντανού και ασταθούς. Το μυθιστόρημα δεν υμνεί αυτή τη μετατόπιση· αντιθέτως, τη φορτίζει με ειρωνεία και υπαρξιακή αμφισημία. Η «τελειότητα» της Hadaly αποκαλύπτει το κενό της, υπονοώντας ότι η απομάκρυνση από το ανθρώπινο δεν οδηγεί στην υπέρβαση αλλά στην απονέκρωση του νοήματος.Συχνά κατηγορημένο για μισογυνισμό, το L’Ève future μπορεί επίσης να διαβαστεί ως κριτική της ανδρικής φαντασίωσης και της αισθητικοποίησης της γυναίκας ως αντικειμένου. Η τεχνητή Εύα δεν είναι τόσο γυναίκα όσο καθρέφτης της ανδρικής αδυναμίας να αντέξει την ετερότητα. Έτσι, το έργο λειτουργεί λιγότερο ως πρόβλεψη της τεχνητής νοημοσύνης και περισσότερο ως φιλοσοφική αλληγορία για τα όρια της επιθυμίας, της αναπαράστασης και της τεχνολογικής ύβρεως.Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://www.gutenberg.org/ebooks/26681Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: Olivia Howard Dunbar "The Shell of Sense" (1908)Το The Shell of Sense είναι από τα πιο χαρακτηριστικά και ώριμα κείμενα της Olivia Howard Dunbar και θεωρείται κομβικό για την κατανόηση της ιδιότυπης συμβολής της στη «λογοτεχνία του υπαινιγμού». Η Dunbar ανήκει σε εκείνη τη γενιά Αμερικανίδων συγγραφέων των αρχών του 20ού αιώνα που κινήθηκαν ανάμεσα στον ρεαλισμό, τον ψυχολογικό μοντερνισμό και το υπερφυσικό, χωρίς να εντάσσονται πλήρως σε κανένα ρεύμα. Αν και έγραψε και βιογραφίες (κυρίως ιστορικών προσώπων), η μεταγενέστερη φήμη της οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στα διηγήματα φαντασμάτων της, τα οποία διακρίνονται για την πνευματική λεπτότητα, τη συναισθηματική αυτοσυγκράτηση και την αποφυγή κάθε εντυπωσιοθηρίας.Στο The Shell of Sense, η Dunbar δεν ενδιαφέρεται για το «τι συμβαίνει», αλλά για το πώς η ανθρώπινη συνείδηση αδυνατεί να συλλάβει πλήρως την εμπειρία — είτε αυτή είναι ψυχική, αισθητηριακή ή μεταφυσική. Ο τίτλος λειτουργεί ως κεντρικό θεωρητικό σχήμα: το «κέλυφος» παραπέμπει στα όρια της αντίληψης και της γλώσσας, σε μια προστατευτική αλλά και περιοριστική επιφάνεια που μεσολαβεί ανάμεσα στο υποκείμενο και σε μια ακατονόμαστη πραγματικότητα. Το υπερφυσικό, όπως συμβαίνει συχνά στη Dunbar, δεν εμφανίζεται ως εξωτερική απειλή αλλά ως ρωγμή στην ίδια τη διαδικασία κατανόησης.Υφολογικά, το κείμενο ξεχωρίζει για τη συγκρατημένη, σχεδόν αποστειρωμένη πρόζα του. Η Dunbar χρησιμοποιεί ψυχρό τόνο, λεπτές επαναλήψεις και προσεκτικά δομημένες προτάσεις για να δημιουργήσει μια αίσθηση σταδιακής αποσταθεροποίησης. Η αγωνία δεν προκύπτει από δράση, αλλά από τη διάβρωση της βεβαιότητας και από τη σύγκρουση ανάμεσα στη λογική σκέψη και σε αυτό που δεν μπορεί να απορροφηθεί από αυτήν. Σε αυτό το σημείο, το διήγημα συνομιλεί έμμεσα με σύγχρονες ψυχολογικές και φιλοσοφικές ανησυχίες της εποχής (όρια της εμπειρίας, κρίση του ορθολογισμού), χωρίς να τις κατονομάζει.Η ιστορία δημοσιεύτηκε το 1908 σε αμερικανικό περιοδικό (όπως συνέβαινε με το μεγαλύτερο μέρος της σύντομης πεζογραφίας της Dunbar) και εντάσσεται στην ακμή της λεγόμενης quiet ghost story, μιας παράδοσης που προτιμά την ατμόσφαιρα και την ψυχολογική ένταση από την εμφανή φρίκη. Σε αυτό το πλαίσιο, The Shell of Sense αποτελεί ένα από τα πιο συμπυκνωμένα και φιλοσοφικά της κείμενα, δείχνοντας πώς η Dunbar χρησιμοποιεί το φάντασμα όχι ως πλοκή, αλλά ως εργαλείο διερεύνησης της ανθρώπινης επίγνωσης.Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://www.gutenberg.org/ebooks/15143Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: Edith Wharton "All Souls'" (1937)Η Edith Wharton (1862–1937) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες Αμερικανίδες πεζογράφους των αρχών του 20ού αιώνα, γνωστή κυρίως για τα μυθιστορήματά της γύρω από την αμερικανική αριστοκρατία και τους κοινωνικούς της κώδικες (The Age of Innocence, The House of Mirth). Παράλληλα όμως καλλιέργησε συστηματικά και το διήγημα φανταστικού/υπερφυσικού, στο οποίο ξεχωρίζει για τη λεπτότητα, την ψυχολογική ένταση και την αποφυγή εντυπωσιακών εφέ. Για τη Wharton, το φάντασμα δεν είναι τόσο μια ορατή οντότητα όσο μια ρωγμή στην κανονικότητα.Το διήγημα “All Souls’” γράφτηκε στα τελευταία χρόνια της ζωής της και εκδόθηκε το 1937 στη συλλογή The Ghost Stories of Edith Wharton, που συγκέντρωσε τα πιο χαρακτηριστικά υπερφυσικά της κείμενα. Το γεγονός ότι η συγγραφέας τοποθέτησε την ιστορία σε αυτή τη συλλογή —και μάλιστα ως ένα από τα ύστερα έργα της— υπογραμμίζει τη σημασία της ως συμπύκνωση της αισθητικής της.Η πλοκή εκτυλίσσεται την ημέρα των ψυχών, μια ημέρα με έντονο συμβολικό φορτίο, όπου παραδοσιακά οι ψυχές των νεκρών επιστρέφουν στον κόσμο των ζωντανών. Η πρωταγωνίστρια, φιλοξενούμενη σε ένα απομονωμένο αγγλικό σπίτι, ξυπνά και ανακαλύπτει πως το υπηρετικό προσωπικό έχει εξαφανιστεί χωρίς καμία εξήγηση. Το σπίτι παραμένει φωτισμένο και λειτουργικό, αλλά ταυτόχρονα απόκοσμα άδειο. Η αφήγηση δεν οδηγεί σε καμία ρητή αποκάλυψη· αντίθετα, η Wharton αφήνει τον αναγνώστη να αιωρείται ανάμεσα στο υπερφυσικό και το ανεξήγητο.Η δύναμη του κειμένου βρίσκεται στην απουσία: απουσία ανθρώπων, απουσία εξήγησης, απουσία κορύφωσης. Το αίσθημα τρόμου δεν προκύπτει από κάτι που συμβαίνει, αλλά από κάτι που έχει ήδη συμβεί και δεν μπορεί πια να ανακληθεί ή να κατανοηθεί. Έτσι, το All Souls’ λειτουργεί περισσότερο ως στοχασμός πάνω στο όριο ζωής και θανάτου, μνήμης και λήθης, παρά ως κλασική ιστορία φαντασμάτων.Το διήγημα θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο ώριμα και υπαινικτικά έργα της Wharton στο είδος, επιβεβαιώνοντας ότι το υπερφυσικό, στα χέρια της, είναι πρωτίστως ψυχολογική εμπειρία.Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://archive.org/details/ghoststoriesofed00whar/Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: Richard Le Gallienne "The Haunted Orchard" (1912)Ο Richard Le Gallienne (1866–1947) ήταν Βρετανός συγγραφέας και ποιητής, γνωστός για το λυρικό και στοχαστικό ύφος του καθώς και για την ποίηση και τα δοκίμια του. Γεννήθηκε στο Λίβερπουλ και εγκατέλειψε νωρίς την επαγγελματική σταδιοδρομία για να ακολουθήσει τη συγγραφή, επηρεασμένος από προσωπικότητες όπως ο Όσκαρ Ουάιλντ. Η καριέρα του περιελάμβανε ποιήματα, δοκίμια και σύντομα πεζά. Το The Haunted Orchard αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή μικρά του διηγήματα με υπερφυσικά στοιχεία. Η ιστορία πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine το 1912 και συμπεριλήφθηκε σε ανθολογίες, με διάφορες επανεκδόσεις να την κρατούν ζωντανή στη λογοτεχνική κυκλοφορία μέχρι σήμερα.Το διήγημα αφηγείται ένας άντρας που, με το τέλος του χειμώνα στη μεγάλη πόλη, αποφασίζει να περάσει την άνοιξη σε μια ήσυχη αγροτική περιοχή του Κονέκτικατ, αναζητώντας έμπνευση και μοναξιά. Εκεί νοικιάζει ένα παλιό σπίτι με έναν εγκαταλελειμμένο οπωρώνα που τον μαγεύει με την ηρεμία και την σχεδόν υπερβατική ομορφιά του τοπίου. Καθώς ο χρόνος περνά, αρχίζει να ακούει μια ανεξήγητη, λεπτή μελωδία — ένα τραγούδι στα γαλλικά που μοιάζει να πλέκει συλλαβές και ύφος από τον αέρα ανάμεσα στα δέντρα. Η εμφάνιση αυτή δίνει την εντύπωση ότι ο οπωρώνας «ζωντανεύει», όχι με τρομακτικό αλλά ποιητικό τρόπο. Ο αφηγητής αρχίζει να υποψιάζεται ότι το μέρος κατοικείται από το πνεύμα μιας νέας γυναίκας που περιπλανάται ανάμεσα στα δέντρα, τραγουδώντας και, ενδεχομένως, θρηνώντας μια ανεξιχνίαστη λύπη.Αν και εμπεριέχει υπερφυσικά στοιχεία, The Haunted Orchard δεν κινείται στην κατεύθυνση του παραδοσιακού τρόμου· αντίθετα επενδύει περισσότερο στην ατμόσφαιρα και το συναίσθημα. Ο οπωρώνας παρουσιάζεται σχεδόν ως ζωντανός χαρακτήρας — σύμβολο φυσικής αρμονίας αλλά και πνευματικής μελαγχολίας. Η ησυχία που περιβάλλει τον πρωταγωνιστή τον φέρνει σε επαφή με την ίδια του την ευαισθησία, καθώς και με την αίσθηση μιας απώλειας που δεν είναι πλήρως κατανοητή αλλά βαθιά αισθητή.Το στοιχείο του φαντάσματος χρησιμεύει περισσότερο ως μέσο διερεύνησης της σχέσης μεταξύ μνήμης, τέχνης και μυστικισμού· είναι μια προσωποποίηση της λύπης και της θλίψης που δεν βρήκαν γαλήνη. Η επέμβαση αυτού του «πνεύματος» αποκαλύπτει πόσο η ανθρώπινη εμπειρία — ακόμη και στις πιο σιωπηλές της μορφές — μπορεί να είναι γεμάτη από ανεξήγητες, σχεδόν ποιητικές, δονήσεις.Το The Haunted Orchard είναι μια ευαίσθητη, ατμοσφαιρική ιστορία όπου η φύση και το ανεξήγητο ενώνονται για να εξερευνήσουν την ανθρώπινη διάθεση, την τέχνη και τη μνήμη με τρόπο που υπερβαίνει το στενό πλαίσιο του τρόμου, προσφέροντας μια ποιητική, σχεδόν υπερβατική εμπειρία.Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://gutenberg.org/ebooks/15143Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Η βαριά λεπίδα τού εμφυλίου θα στερήσει από τη Λωλορήνα την ευτυχία μιας απλής οικογενειακής ζωής στα ομιχλώδη Σκοτεινά, το πετρόχτιστο χωριουδάκι που λουφάζει στην ανήλιαγη χαράδρα τού ρέματος της Μόρνας, χαμένο κάπου στα αδάμαστα Πιέρια Όρη˙ με τα λογικά της να στραγγαλίζονται από τη θλίψη για το φευγιό τού άντρα της στο αντάρτικο και με μόνο της στήριγμα τον γέρο Νεραϊδάρη και τη γριά του, η νεαρή λεχώνα θα προσπαθήσει με λύσσα να ξεφύγει από «το ξώπαρμα».Διήγημα από τη συλλογή ιστοριών τρόμου "Ἐγώ εἰμι τὸ Ψέφος τοῦ κόσμου" (2022):Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λοιγός˙ το ζιζάνιο που ριζώνει στο λίκνο των Αιώνων˙ η αστραπή που καταβροχθίζει τα δάση τής Νωθρότητας˙ η θύελλα που διαβρώνει τα βουνά τής Απακμής˙ ο χείμαρρος που σαρώνει τις κοιλάδες τής Αδράνειας και ξεβράζει την ιλύ τής Πλάσης˙ το Πρώτο Κινούν. Έξι ιστορίες για κακόποτμα παρελθόντα και δυσοίωνα παρόντα, σκαλισμένες ευλαβικά στους αρχέγονους γρανίτες τού Τρόμου που φύονται σαν τιτάνιοι μύκητες στο συλλογικό ασυνείδητο των αστικών και αρχαίων μύθων, των λαογραφικών παραδόσεων και των παραμυθιών. Έξι αναπόδραστες παρτίδες, όπου οι τροχιές των ανδρείκελων συγκλίνουν, τέμνονται και αποκλίνουν, καταλήγοντας μονάχα σε ένα ξέπνοο σύρσιμο επάνω στα αδιάφορα κελιά τού Κοσμικού Άβακος. Έξι κολλώδη υφαντά, όπου τα άτακτα νήματα πυκνώνουν, σφίγγονται και στεριώνουν από τα υπερκόσμια χτένια, χαμένα και εκφυλισμένα μες στην περίτεχνη πλέξη τού Άναρχου Αργαλειού. Έξι πολυφωνικές μελωδίες που δοξολογούν ουρλιάζοντας τον κρατήρα τής Δημιουργίας˙ και το διακρότημά τους ανακράζει ως φωνή βροντής: «Ἐγώ εἰμι τὸ Ψέφος τοῦ κόσμου».Φρικτῶς καὶ ταχέως ἐπιστήσεται ὑμῖν˙ καὶ ἐμπεριπατήσει ἐν ὑμῖν.Ο Ατρέας Λιμβρός, κατά κόσμον Γιώργος Προφητηλιώτης, γεννήθηκε στην Έδεσσα το 1990 και πλέον ζει στην Αθήνα. Είναι Διδάκτωρ Μηχανικός τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Έργα του έχουν διακριθεί με Α’ Βραβείο Φαντασίας και Τρόμου στον πανελλήνιο διαγωνισμό φανταστικής λογοτεχνίας «Larry Niven». Η πρώτη του προσωπική συλλογή ιστοριών τρόμου, «Δημώδη ή Δειμώδη; A’: Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λοιγός», βραβεύτηκε το 2016 με το Α' Βραβείο Νουβέλας/Συλλογής Διηγημάτων στον πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό «Χριστόδουλος Πετρίδης». Οι επτά ιστορίες τής συλλογής «Ἐγώ εἰμι τὸ Ψέφος τοῦ κόσμου» γράφτηκαν την περίοδο 2015-2017.Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://www.openbook.gr/ego-eimi-to-psefos-toy-kosmoy/Ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.
Τίτλος πρωτότυπου: Frank Stockton "The Griffin and the Minor Canon" (1885)Σημείωση μετάφρασης: Ο τίτλος Κανονικός (Canon) αναφέρεται σε ιερέα της Καθολικής Εκκλησία, μέλος του καθεδρικού κλήρου, που έχει συγκεκριμένα καθήκοντα στο ναό. Το επίθετο "μικρός" αφορά στη θέση του στην ιεραρχία της εκκλησία. Το The Griffin and the Minor Canon του Frank Richard Stockton αποτελεί μια ουσιαστική και ειρωνική αλληγορία για την ανθρώπινη φύση, την κοινωνική ηθική και τον τρόπο με τον οποίο οι κοινότητες αντιμετωπίζουν την «απειλή» και το «άγνωστο». Η ιστορία γράφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, μια εποχή που χαρακτηριζόταν από ταχείες κοινωνικές αλλαγές, αποικιακές συγκρούσεις και συζητήσεις γύρω από την ηθική υπόσταση της κοινωνίας· και σε αυτό το φόντο, τα λογοτεχνικά έργα που χρησιμοποίησαν το υπερφυσικό ως μέσο κριτικής απέκτησαν ιδιαίτερη δύναμη.Ο Στόκτον, Αμερικανός συγγραφέας γνωστός για το χιούμορ, την ειρωνεία και την ικανότητά του να υφαίνει ηθικά διλήμματα σε φαινομενικά απλές αφηγήσεις, μεταφέρει μέσα από την αλληγορία μια διττή κριτική. Πρώτον, αποδομεί την κοινωνική υποκρισία που φαντάζεται τον εαυτό της ανώτερο ηθικά αλλά στην πραγματικότητα ενεργεί από φόβο και δειλία. Δεύτερον, αναδεικνύει την εσωτερική αντίφαση ανάμεσα στην εκλεπτυσμένη ηθική ιδέα και στην πρακτική εφαρμογή της στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.Κεντρικό στοιχείο της αφήγησης είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην κοινωνική αντίδραση και στην προσωπική εντιμότητα. Ο Στόκτον επεξεργάζεται την έννοια ότι η αληθινή ηθική δεν ταυτίζεται με τις κοινωνικές συμβάσεις ή τα προσχήματα, αλλά με την αυθεντική υπευθυνότητα και θαρραλέα συμπεριφορά του ατόμου. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η ιστορία μεταστοιχειώνεται σε έναν καθρέφτη που αναγκάζει τον αναγνώστη να αντιμετωπίσει το δικό του επίπεδο υποκρισίας και φόβου· τα στοιχεία που συχνά καθορίζουν πώς μια κοινωνία (ή ένα άτομο) αντιλαμβάνεται το «καλό» και το «κακό».Η ειρωνεία του Στόκτον δεν είναι απλώς λογοτεχνικό εύρημα, αλλά εργαλείο που αποκαλύπτει την ψυχολογική και ηθική νοοτροπία της εποχής του — και, κατά έναν τρόπο, εξακολουθεί να αντανακλά και τις σύγχρονες κοινωνίες. Καθώς η αφήγηση αποδομεί τις προκαταλήψεις, καλεί σε μια επανεκτίμηση του πώς οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν ό,τι θεωρείται «ξένο» ή «απειλητικό», και διατυπώνει μια θεμελιώδη ερώτηση: είναι αληθινά ηθικοί αυτοί που καταφεύγουν στην ασφάλεια της συμβατικότητας, ή εκείνοι που επιλέγουν να δουν πέρα από τα στερεότυπα και να ενεργήσουν με αρχές;Ο ίδιος ο Στόκτον, συγγραφέας πολυγραφότατος στις ΗΠΑ του 19ου αιώνα και επιφανής εκπρόσωπος του πρώιμου αμερικανικού φανταστικού και χιουμοριστικού διηγήματος, χρησιμοποιεί στοιχεία φαντασίας όχι για φυγή από την πραγματικότητα, αλλά για διαύγαση της. Η επιλογή του υπερφυσικού πλάσματος ως κεντρικό σύμβολο καθιστά την ιστορία ταυτόχρονα ελκυστική και προβληματιστική, ενισχύοντας τον αναστοχασμό γύρω από τα ανθρώπινα πάθη, τους φόβους και τα ηθικά αξιώματα που συχνά κρύβονται πίσω από κοινωνικές μάσκες.Συνολικά, το έργο λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η αυθεντική ηθική δεν ταυτίζεται με τη ρητορική ή το κοινωνικό κύρος, αλλά με την πράξη και την προσωπική ευθύνη — ακόμη και όταν αυτή δεν είναι δημοφιλής ή κατανοητή από την πλειονότητα.Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://americanliterature.com/author/frank-stockton/short-story/the-griffin-and-the-minor-canon/Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: W.C. Morrow "The Resurrection Of Little Wang Tai" Εκδόθηκε στη συλλογή "The Ape, the Idiot and Other People" (1897)Το The Resurrection of Little Wang Tai του W. C. Morrow είναι κλασικό παράδειγμα conte cruel – μιας υποκατηγορίας του μαύρου χιούμορ και του ρεαλιστικού τρόμου, εμπνευσμένη από τον Villiers de l'Isle-Adam και τον Ambrose Bierce. Ένα διήγημα που λειτουργεί κυρίως ως ηθικό και φιλοσοφικό πείραμα, χρησιμοποιώντας την αθωότητα και την άγνοια των ηρώων για να αποκαλύψει τις αντιφάσεις της «πολιτισμένης» κοινωνίας. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται τόσο για τη δράση όσο για τη σύγκρουση ανάμεσα στη φυσική καλοσύνη και στους κοινωνικούς κανόνες.Κεντρικός άξονας της ιστορίας είναι η σχετικότητα των εννοιών ζωής, θανάτου και ιερότητας. Οι πρωταγωνιστές, ανίκανοι να κατανοήσουν τα κοινωνικά τελετουργικά του θανάτου, προσεγγίζουν την ταφή της Little Wang Tai όχι με ασέβεια, αλλά με λογική συνέπεια και συμπόνια. Η πράξη της «ανάστασης» δεν παρουσιάζεται ως μακάβρια ή κακόβουλη· αντίθετα, φωτίζεται ως αποτέλεσμα μιας ειλικρινούς επιθυμίας να αποκατασταθεί κάτι που μοιάζει άδικα χαμένο. Έτσι, ο Morrow αντιστρέφει τις αναμενόμενες ηθικές θέσεις: η κοινωνία που τιμωρεί εμφανίζεται πιο σκληρή από εκείνους που παραβιάζουν τους κανόνες της.Ιδιαίτερη σημασία έχει η οπτική του “άλλου”. Οι χαρακτήρες που βρίσκονται στο περιθώριο —είτε λόγω νοητικής κατάστασης είτε λόγω μη ανθρώπινης φύσης— παρουσιάζονται ως φορείς μιας πρωτογενούς ηθικής, απαλλαγμένης από προκαταλήψεις. Ο συγγραφέας υπονοεί ότι η κοινωνική «κανονικότητα» δεν ταυτίζεται με την ηθική ανωτερότητα· συχνά, μάλιστα, λειτουργεί απάνθρωπα στο όνομα της τάξης.Παράλληλα, το διήγημα ασκεί κριτική στον μηχανικό χαρακτήρα των κοινωνικών θεσμών. Ο θάνατος αντιμετωπίζεται ως διαδικασία που ρυθμίζεται από έθιμα και νόμους, όχι ως υπαρξιακό γεγονός. Η αδυναμία των ηρώων να κατανοήσουν αυτή τη θεσμική λογική αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στην ανθρώπινη εμπειρία και στις κοινωνικές της φόρμες.Τελικά, το έργο δεν προσφέρει λύσεις αλλά αποσταθεροποιεί βεβαιότητες. Θέτει το ερώτημα αν η ηθική πηγάζει από την κοινωνία ή από μια βαθύτερη, φυσική ενσυναίσθηση — και αφήνει τον αναγνώστη να κρίνει ποια από τις δύο είναι πιο ανθρώπινη.Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://americanliterature.com/author/wc-morrow/short-story/the-resurrection-of-little-wang-tai/Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: Anatole France "La Messe des Ombres" (1892)Η «La Messe des ombres» είναι μία από τις πιο τρυφερές και ποιητικές ιστορίες του Ανατόλ Φρανς, ενταγμένη στο συλλογικό έργο L’Étui de nacre (Η μαργαριταρένια θήκη), που εκδόθηκε το 1892 στο Παρίσι. Πρόκειται για συλλογή διηγημάτων που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1883–1892 και δημοσιεύτηκαν αρχικά σε περιοδικά και εφημερίδες . Το κείμενο αυτό ξεχωρίζει για την απαλή μελαγχολία του και την ισορροπία μεταξύ χριστιανικής ευλάβειας και κοσμικής τρυφερότητας.Την ιστορία την αφηγείται ένας σακριστάν (νεωκόρος) στον ίδιο τον αφηγητή (alter ego του Φρανς), κάτω από μια πέργκολα, με κρασί – κλασική τεχνική (cadre narratif) που θυμίζει τις Lettres de mon moulin του Alphonse Daudet. Ο Φρανς χρησιμοποιεί αυτή την προφορική, λαϊκή αφήγηση για να δημιουργήσει αίσθηση οικειότητας και αυθεντικότητας. Κεντρικό θέμα είναι ο αιώνιος έρωτας πέρα από τον θάνατο, με υπερφυσικό στοιχείο: δύο εραστές που χώρισε ο θάνατος ενώνονται σε μια λειτουργία. Ο Φρανς δεν πέφτει σε γοτθικό τρόμο ή μελοδραματισμό· αντίθετα, η «λειτουργία των σκιών» παρουσιάζεται με γλυκιά θλίψη και ειρωνική τρυφερότητα. Η θρησκεία εδώ δεν είναι δογματική, αλλά ανθρώπινη: ο Θεός επιτρέπει την ένωση επειδή λυπάται τον ανθρώπινο πόνο του έρωτα.Υπάρχει ελαφριά ειρωνεία απέναντι στη θρησκευτική τυπολατρεία (η ευσεβής Catherine Fontaine που ζει μόνη με τις προσευχές της), αλλά χωρίς σκληρότητα – χαρακτηριστικό του ώριμου Φρανς, που συνδυάζει σκεπτικισμό με συμπάθεια προς τις ανθρώπινες αδυναμίες.Πρωτοδημοσιεύτηκε πιθανότατα 1890–1891 σε περιοδικό. Δεν υπάρχει ακριβής ημερομηνία αλλά εντάσσεται στο L’Étui de nacre του 1892, μαζί με άλλα γνωστά κείμενα όπως «Le Jongleur de Notre-Dame» και «Le Procurateur de Judée». Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και συμπεριληφθεί σε ανθολογίες χριστουγεννιάτικων/φανταστικών διηγημάτων.Η αφηγηματική δομή (λαϊκός αφηγητής + πλαίσιο) και η νοσταλγική ατμόσφαιρα θυμίζουν έντονα τις Lettres de mon moulin (κυρίως 1866–1869). Κριτικοί έχουν σημειώσει ότι ο Φρανς «δανείζεται» από τον Daudet, αλλά με πιο φιλοσοφική και λιγότερο ρεαλιστική πινελιά. Η ιδέα της «λειτουργίας των νεκρών» αντλείται από λαϊκές χριστιανικές παραδόσεις (π.χ. μεσαιωνικές ιστορίες για νεκρούς που επιστρέφουν σε εκκλησίες) και από ρομαντικές φανταστικές αφηγήσεις. Ο Φρανς επηρεάζεται από τον 19ο αιώνα ρεαλισμό-ρομαντισμό, αλλά προαναγγέλλει τον fin-de-siècle συμβολισμό με την ατμόσφαιρα σκιών και φωτός.Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της «δεύτερης περιόδου» του Φρανς (πριν από τα μεγάλα μυθιστορήματα όπως η Histoire contemporaine), όπου συνδυάζει λεπτή ειρωνεία, ανθρωπισμό και ήπιο υπερφυσικό. Παραμένει ένα από τα πιο αγαπητά μικρά κείμενά του για την οικονομία, την τρυφερότητα και την απουσία κυνισμού.Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://ressources.org/la-messe-des-ombres,1533.htmlΜετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: Gustav Meyrink "Der heiße Soldat" (1903)Το "Der heιße Soldat" είναι ένα σημαντικό παράδειγμα του πρώιμου, σατιρικού Meyrink, προτού εμβαθύνει στον πλήρη μεταφυσικό συμβολισμό. Είναι μια από τις πρώτες και πιο χαρακτηριστικές σύντομες ιστορίες του Gustav Meyrink, γραμμένη το 1901 και δημοσιευμένη το 1903 στη συλλογή Der heiße Soldat und andere Geschichten (που ήταν ουσιαστικά το λογοτεχνικό του ντεμπούτο σε βιβλίο). Πρόκειται για μια σατιρική, γκροτέσκα και ελαφρώς μακάβρια ιστορία με στοιχεία μαύρου χιούμορ και παραλογισμού.Ο στρατιώτης είναι μια φυσική εκδήλωση μίας ανεξίτηλης τραυματικής μνήμης. Το "κάψιμο" του δεν είναι μόνο φυσική τιμωρία, αλλά σύμβολο μιας εσωτερικής πυράς που δεν μπορεί να σβήσει. Αντιπροσωπεύει το τραύμα που επιστρέφει διαρκώς, το οποίο η κοινωνία (αντιπροσωπευόμενη από τους πολίτες και τις αρχές) επιθυμεί να θάψει, αλλά τελικά δεν μπορεί. Η συνεχής παρουσία του είναι η μνήμη του πολέμου που αρνείται να ξεθωριάσει.Το γεγονός ότι ο "καιόμενος" στρατιώτης θεωρείται κυρίως παρεμπόδιση και προσβολή της τάξης είναι το σατιρικό κέντρο του διηγήματος. Οι άνθρωποι δεν είναι τρομαγμένοι από το μεταφυσικό, αλλά ενοχλημένοι από την αναστάτωση της ρουτίνας τους. Αντί να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο ως υπαρξιακό τρόμο, το γιατροσοφίζουν, το γραφειοκρατούν και προσπαθούν να το απομακρύνουν με κανονισμούς. Εδώ ο Meyrink χτυπά την ανήθικης μικροπρέπεια, τη γραφειοκρατία και την ικανότητα της κοινωνίας να μετατρέπει ακόμα και το υπερφυσικό σε ένα εκνευριστικό γραφειοκρατικό θέμα.Ο Meyrink συνδυάζει το τρομακτικό (ένας φλεγόμενος νεκρός που περπατάει) με το γελοίο (οι ατελείωτες προσπάθειες να του επιβληθεί τάξη). Αυτή η σύζευξη δημιουργεί μια αίσθηση του παράλογου και της παράξενης οικειότητας. Ο στρατιώτης δεν είναι τρομακτικός, αλλά ενοχλητικά πεισματάρικος, ένα στοιχείο που τον κάνει ακόμα πιο ανατριχιαστικό. Η γραφή είναι ρεαλιστική στις λεπτομέρειες, αλλά παραμορφώνει την πραγματικότητα, χαρακτηριστικό που τον προμηνύει ως συγγραφέα του Μαγικού Ρεαλισμού.Το διήγημα λειτουργεί ως κριτική του μιλιταρισμού και της αστικής νοοτροπίας. Δείχνει πώς η κοινωνία αποτυγχάνει να επεξεργαστεί το τραύμα (τον φλεγόμενο στρατιώτη) και αντί να το αναγνωρίσει, προσπαθεί να το διοικητικά εξουδετερώσει. Ο στρατιώτης είναι η απόδειξη της συλλογικής ενοχής και λήθης, δεν μπορεί να βρει την τελική του ανάπαυση, κάτι που αντανακλά την αιώνια ψυχική ταλαιπωρία του πεσόντος. Είναι μια από τις ιστορίες που έδειξαν αμέσως το ιδιαίτερο ύφος του Meyrink: σκοτεινό χιούμορ, φρικιαστικό και ελαφρώς μεταφυσικό, αλλά ακόμα χωρίς την πλήρη μυστικιστική στροφή που θα έρθει αργότερα.Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://www.projekt-gutenberg.org/meyrink/wunderho/soldat.htmlΜετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: Ambrose Bierce "The Late Dowling, Senior"Από τη συλλογή "The Fiend's Delight" (1873)Το “The Late Dowling, Senior” είναι μια σύντομη, σατιρική ιστορία γραμμένη με το χαρακτηριστικό πνεύμα και χιούμορ του Bierce, και περιλαμβάνεται στην πρώτη του συλλογή The Fiend’s Delight που δημοσιεύτηκε το 1873 υπό το ψευδώνυμο “Dod Grile”. Η ιστορία διακρίνεται για το σατιρικό και παράδοξο ύφος της, και περιγράφει μια αλλόκοτη συνάντηση μεταξύ του Jacob Dowling, Esq. και ενός φαντάσματος. Το ύφος της αφήγησης είναι σαρκαστικό και παράλογο· ο Bierce σατιρίζει την αδιαφορία, τη γραφειοκρατία και την ανθρώπινη τάση να προσπερνάμε τα σημαντικά πράγματα (ακόμα και τον ίδιο τον θάνατο) με πρακτικές λεπτομέρειες. The Late Dowling, Senior δεν είναι ένα τρομακτικό αφήγημα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά μια κωμική υπερβολή που «παιχνιδίζει» με τον θεατρικό ερχομό ενός νεκρού, μια «σάτιρα φαντασμάτων» όπου το φάντασμα είναι μέρος της κωμικής σύγκρουσης και όχι η αιτία τρόμου.Η «The Late Dowling, Senior» λειτουργεί κυρίως ως σατιρικό σχόλιο πάνω στον ορθολογισμό, την αστική αυτάρκεια και την ηθική ακαμψία του 19ου αιώνα. Ο Bierce απογυμνώνει την ιδέα του υπερφυσικού από κάθε δραματικότητα: το φάντασμα δεν προκαλεί τρόμο ούτε μεταφυσική αγωνία, αλλά αντιμετωπίζεται σαν μια ενοχλητική διακοπή γραφειοκρατικής ρουτίνας. Έτσι, το υπερφυσικό χάνει τη δύναμή του μπροστά στη μικροαστική λογιστική σκέψη. Η ιστορία αντιστρέφει το αναμενόμενο ηθικό βάρος: ο νεκρός εμφανίζεται πιο ανθρώπινος, ανήσυχος και συναισθηματικά εκτεθειμένος από τον ζωντανό, ενώ ο γιος ενσαρκώνει μια σχεδόν απάνθρωπη ψυχρότητα. Αυτή η αντιστροφή είναι χαρακτηριστική του Bierce και υπονομεύει την ιδέα ότι η ζωή συνεπάγεται ηθική εγρήγορση ή πνευματική ανωτερότητα. Παράλληλα, το κείμενο ειρωνεύεται την αμερικανική εμμονή με την πρακτικότητα και το συμφέρον: ακόμη και η συνάντηση με τον θάνατο φιλτράρεται μέσα από υπολογισμούς, υποχρεώσεις και αποδοτικότητα. Ο Bierce δεν σατιρίζει το φάντασμα, αλλά την ανικανότητα του σύγχρονου ανθρώπου να αναγνωρίσει οτιδήποτε δεν μεταφράζεται σε άμεσο όφελος.Το ύφος —στεγνό, αποστασιοποιημένο και σχεδόν αδιάφορο— ενισχύει τη θεματική: η αφήγηση αρνείται στον αναγνώστη τη συγκίνηση που «δικαιούται» μια ιστορία με νεκρούς, καθιστώντας την ίδια την απουσία συναισθήματος το κεντρικό της σχόλιο.Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://gutenberg.org/ebooks/4793Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος ΚαλογιάννηςΗ ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
loading
Comments