Discover
Αναγνώσεις
99 Episodes
Reverse
Το«Ημερολόγιο Φράνκενσταϊν»της Λένας Κιτσοπούλου ρίχνει φως στον τρόπο με τον οποίο γεννιέται η καλλιτεχνική δημιουργία. Μέσα από προσωπικές ημερολογιακές καταγραφές, σκίτσα και ζωγραφικά έργα, η δημιουργός μοιράζεται τη διαδρομή της έμπνευσης, και μετατρέπει την προσωπική της εμπειρία σε μια πολυδιάστατη καλλιτεχνική αφήγηση.
Το κείμενο προέκυψε κατά την περίοδο της φιλοξενίας της ως resident artist του Onassis Culture. Εκείνη την περίοδο, με αφορμή την έρευνά της πάνω στο εμβληματικό μυθιστόρημα«Φράνκενσταϊν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας»της Μαίρη Σέλλεϋ, η Λένα Κιτσοπούλου κρατούσε ημερολογιακές σημειώσεις, που χαρακτηρίζονται από την παροιμιώδη αντιδραστικότητά της, τη θρασεία μετεφηβική ορμή της και μια, από καρδιάς, ειλικρίνεια, αγρίως αυτοβιογραφική ορμή. Οι σημειώσεις εκείνες, σχεδόν αυτούσιες, μαζί με σκίτσα και ζωγραφιές, αποτελούν το «Ημερολόγιο Φράνκενσταϊν» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του Ιδρύματος Ωνάση.
Εκούσια απομονωμένη στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, η Έμιλι Ντίκινσον, η μεγάλη αυτή ποιήτρια, έμεινε σε μεγάλο βαθμό άγνωστη ως τον θάνατό της. Εξαιρετικά παραγωγική συγγραφέας, έγραψε σχεδόν 1.800 ποιήματα, από τα οποία μόλις δέκα δημοσιεύθηκαν όσο ήταν εν ζωή. Η πρωτοποριακή της γραφή, οι ελλειπτικοί, σύντομοι στίχοι της, οι λιτές περιγραφές της, αναγνωρίστηκαν μόνο μετά το θάνατό της.
Έβαλε την αδελφή της Λαβίνια να της υποσχεθεί ότι θα έκαιγε τα γραπτά της όταν εκείνη θα πέθαινε. Όταν όμως ανακάλυψε τη συλλογή των χιλιάδων ποιημάτων φρόντισε να εκδοθούν –ένα μέρος τους τουλάχιστον– μερικά χρόνια αργότερα. Έκτοτε δεν σταμάτησαν να εκδίδονται και να επανεκδίδονται σε όλο τον κόσμο.
Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου γεννήθηκε στην Τασκένδη, μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα. Είναι απόφοιτη της Δραματικής Σχολής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας. Έχει εργαστεί στο θέατρο ως ηθοποιός, δραματουργός και μεταφράστρια, καθώς και στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση ως ηθοποιός
Τα δεκαέξι ποιήματα γράφτηκαν από το καλοκαίρι του 1971 μέχρι το φθινόπωρο του 1975 στο Ωραιόκαστρο της Θεσσαλονίκης, θέρετρο λίγο έξω από την πόλη, όπου περνούσε τα καλοκαίρια του ο ποιητής. Τυπώθηκαν έξι χρόνια μετά(εκδ. Ύψιλον, Νοέμβριος 1981). Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931-1996) δήλωνε πως είναι ο τελευταίος συμβολιστής ποιητής. Μετέφρασε Ρεμπό και Ζολά. Έγραψε για τον έρωτα, τον θάνατο και τη μνήμη.
Γραμμένο σε δυο πράξεις το θεατρικό έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1961 και έχει χαρακτηριστεί σαν ένα από τα 40 καλύτερα έργα όλων των εποχών. Eξερευνά θέματα απομόνωσης και ανθρώπινης κατάστασης μέσα από τον κεντρικό χαρακτήρα του, με τον Μπέκετ να χρησιμοποιεί ένα αμείλικτο κουδούνι για να σηματοδοτήσει τον χρόνο, τονίζοντας τους περιορισμούς που επιβάλλονται στη Γουίνι καθώς παλεύει με την πραγματικότητά της. Κατά τη διάρκεια του έργου, η Γουίνι ταλαντεύεται μεταξύ στιγμών αισιοδοξίας και αναστοχασμών για την απελπισία, επιδεικνύοντας την ανθεκτικότητά της απέναντι στον εγκλωβισμό της. Οι «Ευτυχισμένες μέρες» αντιπροσωπεύουν μια κομβική στιγμή στην δραματική εξέλιξη του Μπέκετ και αποτελεί ένα ισχυρό σχόλιο για την ανθρώπινη εμπειρία, αναδεικνύοντας τον αγώνα για νόημα και σύνδεση σε έναν αδιάφορο κόσμο. Η Γουίνι μια «γυναίκα περίπου πενήντα ετών», περνάει το χρόνο της ακολουθώντας μια πολύ ακριβή καθημερινή ρουτίνα. Θαμμένη μέχρι τη μέση στη γη φλυαρεί στον σύζυγό της, Γουίλι, ο οποίος είναι σε μεγάλο βαθμό κρυμμένος και σιωπηλός. Στη τσάντα της σαν εργαλεία μνήμης έχει μια χτένα, μια οδοντόβουρτσα, μια οδοντόκρεμα, ένα μπουκάλι φάρμακο, κραγιόν, μια λίμα νυχιών, ένα περίστροφο και ένα μουσικό κουτί. Η ρουτίνα της μοιάζει με τελετουργία με τα αντικείμενα να συνδέονται με τις αναμνήσεις συγκεκριμένων ημερών και σημαντικών γεγονότων. «Αυτό που θα έπρεπε να χαρακτηρίζει ολόκληρη τη σκηνή, ουρανός και γη», έγραψε ο Μπέκετ, «είναι ένας αξιολύπητος, ανεπιτυχής ρεαλισμός, το είδος της άθλιας ατημέλητης φύσης που συναντάς σε ένα μιούζικαλ ή παντομίμα τρίτης κατηγορίας, αυτή η ποιότητα της πιο πομπώδους, γελοία σοβαρής κακής μίμησης». Η Γουίνι είναι η αιώνια αισιόδοξη, ωστόσο οι πηγές της αισιοδοξίας της φθείρονται και εξαντλούνται, ενώ δεν παύει μέχρι το τέλος να θυμάται τις ευτυχισμένες μέρες.
Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Ακύλλας Καραζήσης διαβάζει το «Νόκερ» από τη συλλογή διηγημάτων του Δημοσθένη Παπαμάρκου «Γκιακ» που εκδόθηκε το 2014 και απέσπασε το Βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών (2015) και Το Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας του περιοδικού «Αναγνώστης» (2015).
«Γκιακ» θα πει αίμα, δεσμός συγγένειας, φόνος για λόγους εκδίκησης, φυλή. Οι ήρωες στα εννιά διηγήματα του Παπαμάρκου, στρατιώτες που πολέμησαν στα άγρια πεδία των μαχών στη Μικρά Ασία, επιστρέφουν οριστικά αλλαγμένοι στον τόπο τους, στη Λοκρίδα. Καθορισμένοι από ό,τι οφείλουν να κάνουν για την τιμή της κοινότητας, σύμφωνα με τον βαρύ νόμο του αίματος στο αυστηρό εθιμικό δίκαιο της κλειστής κοινωνίας τους, γίνονται θύτες και είναι ταυτοχρόνως θύματα.
Αποσιωπημένα εγκλήματα και τραύματα, καταστροφή και αφανισμός, βιασμοί και δολοφονίες, στοιχειά και δαίμονες, ηθικές δοκιμασίες∙ ιστορίες ανομολόγητων πράξεων στην προφορική γλώσσα του ρουμελιώτικου ιδιώματος, που εν τέλει οδηγούν, έστω βίαια, τους ήρωες σε σύγκρουση με την κοινότητά τους και στην αναθεώρηση της ταυτότητάς τους.
O Δημοσθένης Παπαμάρκος αξιοποιεί τη λογοτεχνική δύναμη της προφορικότητας και της παράδοσης για να οικοδομήσει μια μοντέρνα σύνθεση. Τα διηγήματα του «Γκιακ» συγκροτούν προοδευτικά μια ενιαία εικόνα, σαν θραύσματα ενός μυθιστορήματος που φωτίζει λοξά μια καθοριστική στιγμή της ελληνικής ιστορίας.
«Η ιστορία του “Νόκερ”, μια αφήγηση της αυτοεξορίας στο Σικάγο των ΗΠΑ του Αργύρη Δέδε, βετεράνου όλων των πολέμων των αρχών του 20ού αιώνα, με τελευταίο αυτόν της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο οποίος, αν και επιστρέφει σαν ήρωας στο χωριό του, καταλήγει απόβλητος από τους οικείους του ως μιασμένος από το αίμα του φόνου, θα πελαγοδρομήσει “μάλα πολλά” μέχρι να ολοκληρώσει τον νόστο της στο χαρτί. Έκτοτε δεν θα την επισκεφθώ ξανά στην ολότητά της, θα ξεχάσω πολλές από τις λεπτομέρειές της, ο Αργύρης θα αποδημήσει για μια ακόμη φορά σε μια απρόσιτη “ήπειρο”», σημειώνει ο συγγραφέας.
Με αφορμή την ανάγνωση του «Νόκερ», έντεκα χρόνια μετά τη συγγραφή του διηγήματος, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος γράφει:
«Το διήγημα “Νόκερ” είναι το τελευταίο από τα εννιά που περιλαμβάνονται στη συλλογή “Γκιακ”. Είναι όμως και το τελευταίο που γράφτηκε, στις 24 Οκτωβρίου του 2014, σχεδόν ενάμιση μήνα πριν από την πρώτη κυκλοφορία του βιβλίου, στις 8 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Από τα παραπάνω είναι εύλογο να υποθέσει κανείς πως ήταν μια προσθήκη της τελευταίας στιγμής, ένα κείμενο που γράφτηκε υπό την επιρροή μιας όψιμης αναλαμπής έμπνευσης. Μια τέτοια υπόθεση δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Είναι το πρώτο διήγημα του “Γκιακ” που συλλαμβάνω ως ιδέα, με εξαίρεση το “Σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί”, το “Μπουκουμπάρδια” και την “Παραλογή”, που είχαν ήδη γραφτεί καιρό νωρίτερα. Ιδέα ακόμα αδιαμόρφωτη, τίποτα παραπάνω από ένας τίτλος σημειωμένος πρόχειρα σε ένα μπλοκάκι· “ο λιποτάκτης”. Στους μήνες που θα μεσολαβήσουν έως τη συγγραφή του, κι ενώ παράλληλα γράφω τα άλλα διηγήματα του “Γκιακ”, θα επισκέπτομαι συχνά αυτό το κρυπτικό σημείο προσπαθώντας να το αναπτύξω, να σχεδιάσω μια γραμμή με αυτή την αφετηρία.
Κάπου στα τέλη Μαΐου του 2025, η Αργυρώ Μποζώνη θα επικοινωνήσει μαζί μου και θα μου προτείνει την ιδέα του Μιχάλη Μιχαήλ για μια ανάγνωση του “Νόκερ” για τις video Αναγνώσεις της LiFO από τον Ακύλλα Καραζήση. Θα συμφωνήσω, και μερικές μέρες μετά, σε μια καφετέρια στο Παγκράτι, θα συναντήσω για πρώτη φορά τον Ακύλλα. Θα κουβεντιάσουμε για ώρες και όταν έρθει η στιγμή να αποχαιρετιστούμε, θα συνειδητοποιήσουμε πως δεν μιλήσαμε σχεδόν καθόλου για το διήγημα. Δεν είχε καμία σημασία, γιατί αυτό είχε εκπληρώσει από πριν τον σκοπό του· να έρθουν κοντά δυο άνθρωποι “συγγενείς”. Λίγο αργότερα, στα τέλη Ιουλίου, θα μπούμε μαζί στο στούντιο και από μια γωνιά θα τον παρακολουθήσω να αφηγείται την ιστορία του Αργύρη Δέδε με την αβίαστη φυσικότητα μιας βιωμένης εμπειρίας.
Έντεκα χρόνια μετά τη συγγραφή του διηγήματος, θα μου χαριστεί η ευκαιρία να ξαναμπώ στον κόσμο του χωρίς την αμηχανία −και αγωνία− που με καταλαμβάνει όταν επανεπισκέπτομαι δικά μου γραπτά και, συγχωρέστε με που θα το πω, να απολαύσω την εξιστόρηση. Γιατί με τον τρόπο του ο Ακύλλας θα “οικειοποιηθεί” το κείμενό μου και θα πλέξει ένα νέο υφαντό με το νήμα της αφήγησής μου. Ελπίζω κι εσείς να απολαύσετε την ακρόαση εξίσου. Εγώ θέλω να πω μόνο κάτι τελευταίο. Μιχάλη, Αργυρώ και Ακύλλα, ευχαριστώ».
Πληροφορίες:
Γκιακ
Διηγήματα του Δημοσθένη Παπαμάρκου
Βραβείο λογοτεχνικού περιοδικού "Ο Αναγνώστης" - Διηγήματα-Νουβέλες
Βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη - Ακαδημία Αθηνών
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη




